Αθηνά Ωνάση: Θρίλερ με την αμύθητη περιουσία της – Ποιος την… ξάφρισε

Αθηνά Ωνάση: Ένα θρίλερ που μόνο στον κινηματογράφο μπορούμε να δούμε, εξελίσσεται γύρω από την αμύθητη περιουσία της Αθηνάς Ωνάση.

Οι εικασίες πολλές, ωστόσο ένα ρεπορτάζ βόμβα αποκαλύπτει, ότι έχασε μεγάλο μέρος της αρχικής περιουσίας που είχε και ο λόγος είναι ο Αλβάρο!

Η περιουσία που είχε η Αθηνά Ωνάση:

  • 217 τραπεζικοί λογαριασμοί
  • έχει πάνω από 150.000 δολάρια σε ράβδους χρυσού
  • όταν ο Τιερί Ρουσέλ διαχειριζόταν την περιουσία της, έπαιρνε ως ανήλικη 30.000 δολάρια το μήνα
  • εισέπραξε 9.000.000 δολάρια από την πώληση 44 κοσμημάτων της μητέρας της, Χριστίνας Ωνάση
  • από την πώληση ενός διαμαντιού 38 καρατίων εισέπραξε 4.500.000 δολάρια
  • πήρε 12.000 ευρώ από την πώληση μια μινιατούρας Ρολς Ρόις
  • ο γάμος της με τον Ντόντα κόστισε 600.000 ευρώ
  • από την πώληση ενός ακινήτου 1.600 τ.μ. στο Σάο Πάολο εισέπραξε 12.000.000 ευρώ
  • όταν έχασε το κινητό της τηλέφωνο στη Βαρκελώνη, έδινε 5.000 ευρώ σε όποιον της το παραδώσει
  • 14.000.000 ευρώ εισέπραξε από την πώληση του διαμερίσματος της Χριστίνας Ωνάση στο Παρίσι
  • είχαν δαπανηθεί 700.000 για να ντύσουν το διαμέρισμα με φύλλα Χρυσού
  • πούλησε μια βίλα στο Σεν Μόριτζ μαζί με έναν πίνακα Μονέ για 7.000.000 ευρώ
  • πήρε 150.000.000 ευρώ για να δώσει τον Σκορπιό

Η Αθηνά Ωνάση κληρονόμησε την περιουσία της μητέρας της και το ήμισυ της περιουσίας του Αριστοτέλη Ωνάση.

Ο βιογράφος του Ωνάση, Δημήτρης Λυμπερόπουλος, ανέφερε στο βιβλίο του “Η δυναστεία Ωνάση” ότι η Χριστίνα Ωνάση άφησε πίσω της “ακίνητη περιουσία αξίας μισού δισεκατομμυρίου δολαρίων, καταθέσεις 40 εκατομμυρίων δολαρίων στις ΗΠΑ, καταθέσεις 90 εκατομμυρίων δολαρίων στη Λατινική Αμερική, επενδύσεις 200 εκατομμυρίων δολαρίων σε διάφορες ναυτιλιακές, τουριστικές αεροπορικές, κατασκευαστικές και μεταλλουργικές εταιρείες και άγνωστα χρηματικά ποσά καταθέσεων σε ελβετικές τράπεζες”.

Όταν η Αθηνά Ωνάση ενηλικιώθηκε, μεταβίβασε σε ένα trust υπέρ του πατέρα της την περιουσία της.

Ωστόσο, μετά τη γνωριμία της με τον μετέπειτα σύζυγό της -ο οποίος έγινε ξανά πατέρας- επήλθε η ρήξη με τον πατέρα της και ζήτησε πίσω όσα της ανήκαν. Οι δύο πλευρές οδηγήθηκαν σε εξωδικαστικό συμβιβασμό, κατά τον οποίο η Αθηνά φέρεται να πέρασε στον πατέρα της 100 εκατ. δολάρια.

Η Αθηνά όμως σε μια προσπάθεια -όπως ισχυρίζονται πολλοί- να αποκοπεί από το παρελθόν αλλά και να συντηρήσει το ακριβό της χόμπι με τα άλογα, άρχισε το μεγάλο ξεπούλημα της περιουσίας της.

Πούλησε:

  • Το ρετιρέ στην Αvenue Foch του Παρισιού
  • Τη βίλα Cristal στο Σεν Μόριτζ της Ελβετίας
  • Το οικόπεδο-φιλέτο 3,5 στρεμμάτων στη Γλυφάδα
  • Το Σκορπιό στον Ριμπολόβλεφ έναντι 117 εκατ. ευρώ
  • Κοσμήματα της μητέρας της
  • Το 2014 δημοσιεύματα ανέφεραν ότι η Αθηνά έχει στη διάθεσή της μια περιουσία μικρότερη των 500 εκατ. ευρώ.
  • Το 2015, όταν η Αθηνά έκλεισε τα 30 και πέρασε το trust στα χέρια της, δημοσιεύματα έκαναν λόγο για μια περιουσία 300 εκατ. δολαρίων σε μετρητά, 350 εκατ. δολαρίων σε μετοχές και ράβδους χρυσού 150 εκατ. δολαρίων.
  • Επομένως η χρυσή κληρονόμος δεν φαίνεται ότι είναι δισεκατομμυριούχος, αλλά εκατομμυριούχος.

Αθηνά Ωνάση: Η σκοτεινή πλευρά του παππού της, Αριστοτέλη

Όλοι τον «γνωρίζουμε» ως τον μεγιστάνα, τον κροίσο, τον Μίδα, αλλά δεν ήταν πάντα έτσι.

Η ζωή του μοιάζει κυριολεκτικά με ελληνική ταινία του ΄60. Ξέρετε, το φτωχόπαιδο που ξεκίνησε με μια δεκάρα στην τσέπη και έφτασε να έχει υπερωκεάνια, εργοστάσια, αεροπορική εταιρεία και πάνω από 70 επιχειρήσεις.

Μόνο που αυτό το φτωχόπαιδο, στην ελληνική ταινία θα το έλεγε ο Φίνος ή ο Καραγιάννης Βασίλη Καΐλα ή Δημήτρη Παπαμιχαήλ, αλλά στην πραγματική ζωή λεγόταν Αρίστος Ωνάσης. Αριστοτέλης για τον κόσμο.

Η ειδοποιός διαφορά στη δική μας «ταινία» είναι πως ο Αρίστος δεν γεννήθηκε φτωχός. Τουναντίον. Ο πατέρας του ήταν καπνέμπορος στη Σμύρνη ωστόσο, όπως καταλαβαίνετε, με την καταστροφή της Σμύρνης τα έχασαν όλα και ήρθαν στην Αθήνα το 1922.

Ο Ωνάσης όμως δεν έμεινε για πολύ.

Τον Μάρτιο του 1925 κατέβηκε στον Πειραιά με μια βαλίτσα στο χέρι, τα απαιτούμενα χαρτιά και 250 δολάρια στην τσέπη. Μπήκε στο καράβι για Ιταλία και από εκεί με το προσφυγικό πλοίο “Τομάσο Ντι Σαβοΐα” τράβηξε για την Αργεντινή, μαζί με χίλιους άλλους μετανάστες.

Ζητούσε να βρει την τύχη του. Και τη συνάντησε!

Κοιμάται σε ένα από τα οχτώ αμπάρια του πλοίου, μαζί με άλλους τριακόσιους ανθρώπους και η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική, μέσα σε εμετούς και ακαθαρσίες.

Ο Αρίστος «λαδώνει» ένα μέλος του πληρώματος, του δίνει με πέντε δολάρια ώστε να έχει τη δική του γωνιά, μέσα στα καραβόσκοινα, μόνος του, μακριά από την δυσωδία των αμπαριών.

Η ζωή στην Αργεντινή για τους μετανάστες δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Οι Αργεντίνοι που είδαν να καταφθάνουν αρκετοί στα χώματά τους Έλληνες, Αρμένιοι, Σύροι, Λιβανέζοι, τους αποκαλούσαν όλους περιφρονητικά «Τούρκους».

Ο Αρίστος, σε ηλικία 20 ετών, ξεκίνησε να πλένει πιάτα σε εστιατόρια για να εξασφαλίσει το φαγητό του και να επιβιώσει, ώσπου μια μέρα, καθώς κατέβαινε με το τραμ στο κέντρο, είχε μια συνάντηση που του άλλαξε τη ζωή.

Άκουσε δύο άντρες να μιλάνε ελληνικά και τους είπε «πατριωτάκια; Και γω Έλληνας είμαι. Είμαι ο Αρίστος».

Ο ένας εκ των δύο ήταν ο Κυριάκος Γαζίδης, προσφυγόπουλο κι αυτός από την Κωνσταντινούπολη.
«Τον πήγα στον διευθυντή μου, στην τηλεφωνική εταιρεία ‘United Telecom’ που εργαζόμουν.

Ο διευθυντής ήταν ένας Εγγλέζος αξιωματικός, ο Σμιθ, που είχε υπηρετήσει στη Θεσσαλονίκη στους Βαλκανικούς Πολέμους και μιλούσε πάντα με αγάπη για την πόλη αυτή.

Μόλις του είπε ο Αρίστος ότι ξέρει ξένες γλώσσες, τον προσέλαβε και δουλεύαμε για έναν μήνα μαζί. Έπαιρνε 150 πέσος, κάπου 200 δολάρια μηνιάτικο».

Ο Αρίστος όμως δεν έμεινε εκεί.

Πήγε μόνος του μια μέρα και χτύπησε την πόρτα του διευθυντή…

«Του έπιασε την κουβέντα μαζί του στα αγγλικά. Του είπε ο πονηρός ψέματα, για να του τραβήξει την προσοχή, ότι γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, τον ζάλισε κυριολεκτικά και τον συμπάθησε» είχε πει ο Γαζίδης:

«Είδε ότι έχει και προσόντα, είναι έξυπνος αν και 20 χρόνων, τον μετέθεσε σε καλή δουλειά και δούλευε ανάμεσα σε κορίτσια στους τηλεφωνικούς πίνακες. Έκανε υπερωρίες, περιόρισε τα έξοδά του με τις γυναίκες, που ήταν η αδυναμία του, και μετακόμισε σε δωμάτιο ενός οικοτροφείου στη λεωφόρο Εσμεράλδα.

Έμεινε στην τηλεφωνική εταιρεία τρία χρόνια, ενώ παράλληλα άρχισε να ασχολείται και με το εμπόριο.

Έστελνε δέρματα από την Αργεντινή στην Ελλάδα κι έφερνε από εκεί καπνά. Με το δαιμόνιο εμπορικό μυαλό του δημιούργησε σε πέντε χρόνια μεγάλη περιουσία από ένα μικρό εργοστάσιο παραγωγής τσιγάρων που άνοιξε. Μετά έγινε πρόξενος της Ελλάδος, αγόρασε πλοία, ανοίχτηκε κι έτσι πρόκοψε».

Ο Γάλλος δημοσιογράφος της Nouvelle Observateur που είχε ασχοληθεί με τον βίο και την πολιτεία του Αριστοτέλη πιο Ωνάση, είχε γράψει στο βιβλίο του:

«Αναρωτιούνται πολλοί πώς ένας τόσο νέος άνθρωπος, μόλις είκοσι τριών ετών, έχει καταφέρει να κερδίσει τόσα χρήματα. Θαυμάζουν και σιωπούν. Στο Μπουένος Άιρες, τέτοιου είδους ερωτήσεις δεν έχουν καμία θέση. Ιδίως όταν πρόκειται για λαθρεμπόριο».

Συνέχισε δε γράφοντας: «Τα δύο πρώτα πλοία του (Αρίστου) το Ωνάσης-Σωκράτης (ο πατέρας του) και το Ωνάσης-Πηνελόπη (η μητέρα του) διασχίζουν περήφανα τους ωκεανούς, ενώ στην πραγματικότητα, μόνο η μπογιά κρατάει τις λαμαρίνες τους ενωμένες».

Συμπλήρωσε δε: «Μια μέρα, ο φάκελος του Ωνάση στο FBI θα φτάσει τις 4936 σελίδες».

Πάντως, μία δραστηριότητα που δεν γνωρίζουν πολλοί για τον Ωνάση ήταν η φαλαινοθηρία, με την οποία είχε μπει στο μάτι (του κυκλώνα) για πολλούς.

Το λάδι φάλαινας το οποίο μετά τον πόλεμο πωλούνταν έναντι 360 δολαρίων ανά τόνο τον ώθησε να συμμετέχει ενεργά στο κυνήγι των φαλαινών.

Μάρτυρες της εποχής μάλιστα ανέφεραν ότι επιτίθονταν με μίσος στις φάλαινες, πολλές φορές δεν δίσταζε και ο ίδιος να κομματιάσει ακόμα και αυτές που κινδύνευαν με εξαφάνιση.

Άμεσος συνεργάτης του στη στυγερή δολοφονία των φαλαινών ήταν ο Νορβηγός πλοίαρχος Λαρς Άντερσεν, πρώην συνεργάτης των Ναζί που είχε εκδιωχθεί από τη χώρα του.

«Θεός» του χρήμα, δεν λογάριαζε αν δεν θα έμενε ούτε μία φάλαινα στους ωκεανούς.

Με την πρακτική του και τα «εγκλήματά» του, είχε μπει στο μάτι πολλών.

Οι Νορβηγοί μάλιστα προσπάθησαν να δωροδοκήσουν τον πλοίαρχό του (τον συνεργάτη των Ναζί), χωρίς όμως να καταφέρουν κάτι.

«Ήταν ο χειρότερος διώκτης φαλαινών στην ιστορία των θαλασσών. Τον κυνηγούσαν πολλοί», θα έλεγε χρόνια μετά ο Γιώργος Λιάνης.

Ο Ωνάσης είχε μπει στο μάτι της Αμερικής (ο Νίξον λέγεται μάλιστα πως είχε δώσει εντολή να τον… βγάλουν από τη μέση), Περού, Χιλής, Παναμά, Νορβηγίας αλλά και Βρετανίας.

Το 1954, η κυβέρνηση του Περού παρουσιάζει τα φαλαινοθηρικά του Ωνάση ως πειρατικά πλοία και τα βομβαρδίζει δίχως έλεος με πολεμικά καράβια και αεροσκάφη.

Πολλοί ναυτικοί συνελήφθησαν, ενώ η εταιρεία του Ωνάση κλήθηκε να πληρώσει στην κυβέρνηση του Περού πρόστιμο ύψους τριών εκατομμυρίων δολαρίων.

Βέβαια, ο Ωνάσης είχε ασφαλισμένα τα φαλαινοθηρικά του στη λονδρέζικη «Lloyd’s»:

«Η ασφάλεια περιλάμβανε ακόμα και πιθανές ζημιές από πολεμική επίθεση και προέβλεπε αποζημίωση 30.000 δολαρίων για κάθε μέρα που ο στόλος του θα ήταν καθηλωμένος στο λιμάνι», αναφέρεται χαρακτηριστικά σε τηλεοπτικό αφιέρωμα της «Μηχανής του Χρόνου».

Όσο ταραχώδης ήταν η επαγγελματική ζωή του Ωνάση, άλλο τόσο ήταν και η προσωπική του. είναι γνωστή η σχέση του με την (κατά πολύ νεότερή του) σοπράνο Μαρία Κάλλας.

Ξεκίνησε με περιπέτεια, καθώς ο τότε σύζυγός της Μενεγκίνι είχε εξοργιστεί σε τέτοιο βαθμό, που όταν ο Ωνάσης του έδινε λεφτά για να φύγει, τσακώθηκαν.

Ο Ιταλός μάλιστα έξαλλη κατάσταση ούρλιαζε στον Ωνάση: «Τα λεφτά σου να τα βάλεις στον ελληνικό σου βρω..κ…λο»!

Τελείωσε όμως και με περιπετειώδη τρόπο.

Η Γεωργία Βέττα, η οικονόμος της οικογένειας Ωνάση, είχε πει:

«’Γεωργία, ετοιμάσου, έχουμε γάμο’ μου είχε πει. Εγώ νόμιζα με την Κάλλας. Και μου απαντάει: «Νύφη θα είναι η Τζάκι Κένεντι». Τότε η Μαρία έφυγε εν μια νυκτί. Εξαφανίστηκε όταν έμαθε ότι ο Αρίστος νταραβερίζεται με την Κένεντι. Ψάχναμε 15 μέρες για να βρούμε τη Μαρία σε όλον τον κόσμο. Πουθενά. Είχε τόσο πολύ πονέσει με αυτό που της έκανε, που δεν του ξαναμίλησε ποτέ».

Περιπέτεια και… αστυνομική δράση είχε και ο γάμος του στον Σκορπιό:

«Το σπίτι απ’ έξω ήταν περικυκλωμένο με Αστυνομία. Μπαίνουν μέσα τρεις άνδρες και μία γυναίκα. Σάστισα. Ο αστυνομικός της φρουράς του σπιτιού μου λέει: «Γεωργία, άπλωσε πάνω στο τραπέζι μια τσόχα». Πηγαίνω, τη φέρνω, την απλώνω και ανοίγει τις δύο βαλίτσες και τις αδειάζει πάνω στο πελώριο τραπέζι. Μου γύρισαν τα μάτια: χρυσαφικά, ρολόγια, όλα από ατόφιο χρυσάφι. Έπαθα σοκ. Ρωτάω τον φρουρό: ‘Τι είναι αυτά, βρε;» και μου απαντάει: «Τα δώρα των καλεσμένων του γάμου. Όταν τα παιδιά της Τζάκι είδαν τη μάνα τους νύφη, σάστισαν. Ρωτούσαν λοιπόν τον Αλέξανδρο (γιο του Ωνάση) τι συμβαίνει, και εκείνος πικραμένος τους απάντησε: «Για την Ελλάδα είναι μια πολύ μεγάλη μέρα. Δεν ξέρω αν είναι για εμάς. Η Κάλλας, ήταν ψυχούλα. Κάθε φορά που έβλεπε το προσωπικό τους έδινε φιλοδώρημα. Από την Τζάκι δεν είχαμε δει ποτέ ούτε το χρώμα που έχει το δολάριο».

Ο Ωνάσης εκτός όλων αυτών που ήταν (όπως καταλάβατε δεν ήταν άγιος), είχε τη φήμη και του γλεντζέ.

Αδυναμία του ο Σταμάτης Κόκοτας, στο κέντρο του οποίου πήγαινε συνέχεια.

Του είχε χαρίσει μάλιστα και μια Λαμποργκίνι, ωστόσο την είχε στο όνομά του, οπότε μετά τον θάνατο του Ωνάση έμεινε για 40 χρόνια παρκαρισμένη στο υπόγειο πάρκινγκ του Χίλτον.

Ένα βράδυ, όταν είχε «χάσει» τον γιο του Αλέξανδρο, «και τον είχε άταφο στον Σκορπιό, ο Ωνάσης κάλεσε τον Ζαμπέτα στο νησί. Ήθελε με τη βοήθεια του μπουζουκιού του να ξεπεράσει τον πόνο του» είχε πει η κόρη του Ζαμπέτα, Κατερίνα:

«Ο πατέρας μου μας φώναξε για να μας το πει με τη συμφωνία να μην το μαρτυρήσουμε πουθενά. Τον θυμάμαι να λέει χαρακτηριστικά: ”Μη σας ξεφύγει τίποτα, τα γνωστά… τουμπεκί ψιλοκομμένο”»!