Σούπερ μάρκετ

Σούπερ μάρκετ: Την ώρα που η χώρα έχει χωριστεί σε εμβολιασμένους και ανεμβολίαστους με τα νέα μέτρα, μια έρευνα δείχνει πως αντιμετωπίζουν ως καταναλωτές οι δυο κατηγορίες την πανδημία με τα αποτελέσματα να είναι απίστευτα κυριολεκτικά!

Σημαντικές διαφορές στις καταναλωτικές συνήθειες μεταξύ εμβολιασμένων και μη, καταδεικνύει έρευνα που πραγματοποίησε το ΙΕΛΚΑ (Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών).

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, η μεγαλύτερη διαφοροποίηση ανάμεσα στις δύο ομάδες καταγράφεται στο αίσθημα ασφάλειας σε σχέση με την κυκλοφορία. Το 66% των μη εμβολιασμένων θεωρούν ότι είναι ασφαλές να κυκλοφορούν έξω όπως πριν, ενώ μόλις το 23% των εμβολιασμένων πιστεύει το ίδιο.

Πρακτικά στο κοινό των εμβολιασμένων εξακολουθεί να κυριαρχεί η ανησυχία σε σχέση με την εξάπλωση του ιού σε πολύ μεγάλο ποσοστό.

Το κοινό των μη εμβολιασμένων η πλειοψηφία φαίνεται να υιοθετεί συμπεριφορές κυκλοφορίας σαν να μην υπάρχει η πανδημία, αλλά μία σημαντική μειοψηφία (1 στους 3) ανησυχεί, κάτι που ενδεχομένως σημαίνει ότι έχουν μεγαλύτερες φοβίες για τον εμβολιασμό, παρά για την πανδημία.

Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και σε σχέση με τα μέτρα προστασίας στα καταστήματα σούπερ μάρκετ, με 1 στους 2 εμβολιασμένους να θεωρούν τα μέτρα υπερβολικά και μόλις 1 στους 8 μη εμβολιασμένους να έχει την ίδια άποψη. Σημειώνεται ότι εξακολουθεί να ισχύει ο περιορισμός πρόσβασης 1 ατόμου ανά 16 τ.μ. κάτι που εξακολουθεί να μειώνει τη μέγιστη δυνατότητα εξυπηρέτησης των καταστημάτων και να δημιουργεί ουρές τις ώρες αιχμής.

Η μεγαλύτερη ανησυχία του εμβολιασμένου κοινού αποτυπώνεται και στο ότι το 47% των εμβολιασμένων προσπαθεί να κάνει γρήγορα τις αγορές του στο σούπερ μάρκετ, έναντι μόλις 19% του μη εμβολιασμένου. Το 33% του εμβολιασμένου κοινού επίσης δηλώνει ότι απολυμαίνει τα προϊόντα πριν τα βάλει στο σπίτι, έναντι 13% του μη εμβολιασμένου.

Αντίστοιχα, το 32% του εμβολιασμένου κοινού δηλώνει ότι αποφεύγει τα χύμα προϊόντα έναντι 17% των μη εμβολιασμένων.

Σε σχέση με τις ηλεκτρονικές αγορές, καταγράφεται διπλάσιο ποσοστό στο κοινό των εμβολιασμένων το οποίο προτίθεται να αγοράσει εξ αποστάσεως τρόφιμα με 14% έναντι 6% των μη εμβολιασμένων. Επίσης, σε σχέση με τις «εθνοκεντρικές τάσεις» και στα δύο κοινά εξακολουθούν να καταγράφονται υψηλά, με εντονότερες στο μη εμβολιασμένο κοινό με 80% έναντι 70%.

Σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ, η επιστροφή στην κανονικότητα σε σχέση με τις αγοραστικές συνήθειες είναι δεδομένο ότι θα διαρκέσει αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Συγκεκριμένα, μία σειρά συνηθειών που υιοθετήθηκαν λόγω της εμφάνισης της κρίσης του COVID-19 αναμένεται να διατηρηθούν από μεγάλες ομάδες των καταναλωτών (το 2022 ή και να μην σταματήσουν ποτέ).

Ειδικότερα, 2 στους 3 εμβολιασμένους (ποσοστό 67%) θα συνεχίσουν να προσπαθούν να επισκεφθούν το κατάστημα ημέρες και ώρες χωρίς κίνηση, έναντι του 38% των μη εμβολιασμένων.

Το 55% των εμβολιασμένων θα συνεχίσει να αποφεύγει ουρές και άλλα σημεία συνωστισμού μέσα στο κατάστημα.

Μόλις το 28% από τους μη εμβολιασμένους δηλώνει το ίδιο.

Ένας στους πέντε εμβολιασμένους δηλώνει ότι θα συνεχίσει να φοράει μάσκα στα καταστήματα τροφίμων ακόμα και την επιστροφή στην κανονικότητα.

Ποσοστό 8% των μη εμβολιασμένων δηλώνει το ίδιο.

Αναφορικά με την επίδραση που έχει η επιδημιολογική εικόνα των καταστημάτων στην απόφαση των καταναλωτών να αγοράσουν από αυτά, φαίνεται ότι είναι σημαντικά εντονότερη η επιθυμία του εμβολιασμένου κοινού (το οποίο σημειώνεται και πάλι ότι αποτελεί το 68% του συνόλου) να είναι εμβολιασμένο το προσωπικό του καταστήματος, με το 71% να δηλώνει ότι είναι αρκετά ή πολύ σημαντικός παράγοντας για να επισκεφθούν ένα κατάστημα τροφίμων.

Ίδιο ποσοστό 71% δηλώνει ότι επιθυμεί το προσωπικό των καταστημάτων τροφίμων να υποβάλλεται σε σελφ-τεστ.

Τα αντίστοιχα ποσοστά στο κοινό των μη εμβολιασμένων είναι μόλις 14% για τον εμβολιασμό του προσωπικού και 44% για την υποβολή σε σελφ-τεστ.

Σούπερ μάρκετ: Τι αγόρασαν οι Έλληνες στο lockdown

Η πανδημία άνοιξε την όρεξη των καταναλωτών για τοπικά προϊόντα τα οποία αύξησαν τη δύναμη τους στο καλάθι κατά 6 μονάδες σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

Αυτό προκύπτει από στοιχεία της Nielsen σύμφωνα με τα οποία διαφαίνεται μια τάση, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς όπου έχει δημιουργηθεί και το κίνημα των “locavore”, οι καταναλωτές να στρέφονται στα τοπικά προϊόντα.

Και όταν λέμε τοπικά προϊόντα, αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι προτιμούν τα ελληνικά προϊόντα γενικά και αόριστα.

Η επιλογή ενός τοπικού προϊόντος πηγαίνει σε επίπεδο περιοχής, δηλαδή προτιμούν Κρητικά, Ναξιώτικα, κ.λ.π. και ψάχνουν για μεγιστοποίηση της αξίας με την τιμή να παραμένει σημαντικός παράγοντας αλλά όχι ο μοναδικός.

Με απλά λόγια οι καταναλωτές αναζητούν φθηνότερες τιμές αλλά την ίδια ώρα εμφανίζονται διατεθειμένοι -όταν έχουν τη δυνατότητα- να πληρώσουν παραπάνω για κάτι που εγγυάται καλύτερη ποιότητα.

Αυτός ίσως να είναι ένας από τους βασικούς λόγους που καταγράφεται νέα υποχώρηση των πωλήσεων των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας (PL) και των προϊόντων που φέρουν το brand του σούπερ μάρκετ. Οι πωλήσεις τους μειώθηκαν κατά 15,4% ενώ μόνο το 37% των καταναλωτών δηλώνει ότι επιλέγει πάντα PL.

Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι οι καταναλωτές δεν είναι ευαίσθητοι στο θέμα των τιμών.

Αντιθέτως, σύμφωνα με τους αναλυτές της Nielsen, όσο αβέβαιο είναι το περιβάλλον -η καταναλωτική εμπιστοσύνη έχει υποχωρήσει κατά 14 μονάδες μέσα στο 2020- τόσο υψηλότερη είναι η ευαισθησία στη μεταβολή των τιμών.

Το 66% των καταναλωτών δηλώνει πως γνωρίζει σχεδόν όλες τις τιμές των προϊόντων που αγοράζει, το 56% από 51% το 2019, αγοράζει τα απαραίτητα έχοντας μειώσει τις πολυτέλειες, ενώ το 16% αυτών, δηλαδή 2 μονάδες περισσότερο από το 2019, αγοράζει μεγαλύτερες ποσότητες ή πολυσυσκευασίες για να επωφεληθεί από τις προσφορές.

Από την άλλη πλευρά πάντως το ποσοστό των καταναλωτών που μετακινείται σε φθηνότερες μάρκες υποχώρησε πέρυσι στο 23% από 27% που ήταν το 2019.

Η ουσία για τους προμηθευτές και τους παραγωγούς προϊόντων είναι πως για κάθε 1% αύξηση της τιμής των βασικών ειδών που πωλούν τα σούπερ μάρκετ καταγράφεται μείωση 2,5% στον όγκο πωλήσεων.

Ο συγκεκριμένος δείκτης, που δείχνει πόσο αρνητικά μεταβάλλεται ο όγκος από μια μεταβολή στην τιμή, ήταν στο 3,2 κατά την προ covid περίοδο δείχνοντας ότι η εγχώρια αγορά είναι οριακά πιο ανελαστική σε σχέση με πριν.

Πάντως η προωθητική ένταση -δηλαδή το σύνολο των πωλήσεων που έγινε υπό προώθηση- μειώθηκε στο πρώτο lockdown. Στη μετά lockdown περίοδο στα τρόφιμα οι προωθητικές ενέργειες αγγίζουν το 39%.

Δηλαδή 4 στα 10 προϊόντα πωλούνται υπό προώθηση ενώ στα ποτά, αναψυκτικά, αφεψήματα, κ.λ.π. η προωθητική ένταση έφθασε στο 80,2% δηλαδή -3,3 μονάδες.

Σούπερ μάρκετ: Γιατί δεν έχουν παράθυρα

Πολλοί από εμάς σίγουρα δεν το έχουν παρατηρήσει, όμως στα περισσότερα Σούπερ μάρκετ δεν υπάρχουν καθόλου παράθυρα ή υπάρχουν ελάχιστα. Γιατί συμβαίνει αυτό; Δείτε την απάντηση στο xristika.gr.

Οι αγορές από ένα σούπερ μάρκετ για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αποτελούν σχεδόν καθημερινή συνήθεια, καθώς σχεδόν κάθε μέρα προκύπτουν νέες ανάγκες για προμήθειες με είδη πρώτης ανάγκης.

Εφόσον, σίγουρα έχετε επισκεφτεί πολλές φορές το σούπερ μάρκετ που σας εξυπηρετεί, πόσες φορές έχετε παρατηρήσει ότι στα περισσότερα από αυτά δεν υπάρχουν καθόλου παράθυρα; Και πόσες φορές αναρωτηθήκατε ποιος είναι ο λόγος πίσω από αυτήν τη λογική;

Η έλλειψη παραθύρων αποτελεί στοιχείο της ψυχολογίας των λιανικών αγορών, όπου οι επιχειρηματίες προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον όπου οι άνθρωποι αισθάνονται άνετα να ξοδεύουν χρόνο και χρήμα.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλά καταστήματα έχουν δάπεδα με πλακάκια, τα οποία προκαλούν θόρυβο στα καροτσάκια, αναγκάζοντας κατά κάποιον τρόπο τους αγοραστές να επιβραδύνουν ενστικτωδώς και να περιηγηθούν περισσότερο. Το ίδιο ισχύει και για την δυνατή μουσική με ρυθμό που μπορεί να παίζουν κάποια από αυτά, ώστε να κάνει τους αγοραστές να νιώθουν γεμάτοι ενέργεια και θέληση να ξοδέψουν.

Στην περίπτωση των παραθύρων, τα καταστήματα λειτουργούν ως ένα είδος «φούσκας» όπου οι αγοραστές δεν θα παρατηρήσουν τις κακές καιρικές συνθήκες ή το σκοτάδι έξω. Όσο περισσότερο ψωνίζουν, τόσο περισσότερο ξοδεύουν.

Υπάρχουν, ωστόσο, και πρακτικά ζητήματα.

Όπως τα μεγάλα παράθυρα που αφήνουν το φως του ήλιου να εισχωρήσει στο χώρο μπορούν να προκαλέσουν ξεθώριασμα στις συσκευασίες, κάνοντάς τες να φαίνονται φθαρμένες στους καταναλωτές. Η ανταλλαγή πολύτιμων χώρων τοίχου για παράθυρα θα μείωνε, επίσης, τον αριθμό των ραφιών και έτσι και των προϊόντων που διατίθενται στους αγοραστές.