Λογαριασμοί ρεύματος

Λογαριασμοί ρεύματος: Ανεξέλεγκτη πορεία ανοδου έχουν λάβει οι λογαριασμοί ρεύματος, τόσο της ΔΕΗ όσο και των ιδιωτικών εταιρειών παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Ποιος είναι ο λόγος της αύξησης και πότε θα φτάσουν στους καταναλωτές τα.. ραβασάκια με τη «λυπητερή». Όλες εξελίξεις στο xristika.gr.

Διψήφιος εκτιμάται πως θα είναι ο αριθμός που θα αντιστοιχεί στην αύξηση της τιμής της κιλοβατώρας λόγω των υψηλών θερινών καταναλώσεων.

Στα ύψη βρίσκονται οι τιμές του ρεύματος στη χονδρική αγορά από τον περασμένο μήνα, σπάζοντας το ένα ιστορικό ρεκόρ μετά το άλλο και προοιωνίζοντας μεγάλες επιβαρύνσεις στους λογαριασμούς των καταναλωτών μέσω των γνωστών ρητρών που έχουν επιβάλει οι προμηθευτές, συμπεριλαμβανομένης πλέον και της ΔΕΗ.

Λογαριασμοί ρεύματος: Τόσο υπολογίζεται η αύξηση

Ήδη, με βάση τα στοιχεία που δημοσιοποίησε ο ΑΔΜΗΕ, τον Ιούλιο η μεσοσταθμική τιμή αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στο σύστημα ανήλθε σε 113,466 ευρώ ανά μεγαβατώρα (Mwh), αυξημένη κατά 15,3% σε σχέση με τον επίσης “ακριβό” Ιούνιο (98,391 ευρώ/MWh). Αξίζει να σημειωθεί ότι τον Ιούλιο η ζήτηση ήταν αυξημένη κατά 30,7% έναντι της αντίστοιχης του Ιουνίου.

Η χονδρική τιμή έχει πραγματικά εκτοξευθεί σε πολύ υψηλά επίπεδα, καθώς τον περασμένο μήνα κατέγραψε άνοδο κατά 77% από τις αρχές της φετινής χρονιάς (Ιανουάριος 2021: 64,111 ευρώ/Mwh).

Ωστόσο, φαίνεται πως οι ανατιμήσεις δεν έχουν τέλος, καθώς ήδη από τις αρχές Αυγούστου καταγράφηκε το απίστευτο ρεκόρ των 185,59 ευρώ (4 Αυγούστου) στην αγορά της επόμενης ημέρας (Day Ahead Market -DAM), τη βασική χονδρεμπορική αγορά, εν μέσω ακραίου καύσωνα αλλά και πυρκαγιών στη χώρα μας.

Από τα τέλη Ιουλίου η μέση τιμή βρίσκεται σταθερά πάνω και πολύ πάνω από τα 100 ευρώ, ενώ το ανώτατό της όριο μέσα στις ημερήσιες διακυμάνσεις έχει ξεπεράσει ακόμα και τα 200 ευρώ (ανήλθε έως 208,12 ευρώ στις 9 Αυγούστου).

Χθες η χονδρική τιμή βρέθηκε στα 139,74 ευρώ, ενώ σήμερα κινείται ακόμη πιο πάνω, στα 151,22 ευρώ ανά μεγαβατώρα, τοποθετώντας ξανά την Ελλάδα στην πρώτη θέση των χωρών με τις υψηλότερες τιμές στην Ευρώπη ως την ακριβότερη αγορά.

Λογαριασμοί ρεύματος: Τότε θα ανέβουν οι λογαριασμοί των καταναλωτών

Μέχρι στιγμής η κυβέρνηση αρκείται στην επίκληση υψηλών τιμών σε όλη την Ευρώπη -όταν οι ελληνικές “πρωτιές” είναι πλέον σχεδόν καθημερινές- καθώς και του ιδιαίτερα αυξημένου κόστους του φυσικού αερίου, που πια είναι το κυρίαρχο καύσιμο της ηλεκτροπαραγωγής, αλλά και των υψηλών τιμών των δικαιωμάτων εκπομπών CO2.

Μάλιστα, το τελευταίο δεκαήμερο έχουν επιστρατευτεί και όλες οι λειτουργούσες λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ (ή και “σβησμένες”, όπως η Μεγαλόπολη 3) προκειμένου να μην δημιουργηθεί πρόβλημα επάρκειας.

Χθες το μεσημέρι (3 μ.μ.) η συνεισφορά του λιγνίτη στην παραγωγή έφτασε στο 22%, του φυσικού αερίου στο 49%, των διασυνδέσεων σε 18%, των υδροηλεκτρικών στο 7% και των ΑΠΕ στο 4%.

Η άνοδος των τιμών στη χονδρική αγορά περνά αυτούσια στους καταναλωτές, καθώς οι προμηθευτές μετακυλίουν στη λιανική τα επιπλέον κόστη μέσω της ενεργοποίησης ρητρών αναπροσαρμογής χρεώσεων προμήθειας που υιοθέτησε και η ΔΕΗ από τις 5 Αυγούστου.

Οι αυξήσεις στην τιμή της κιλοβατώρας που προσθέτει η ρήτρα είναι δεδομένες και εκτιμώνται σε διψήφιο ποσοστό, κάτι που θα φανεί στους αναμενόμενα, λόγω και των υψηλών θερινών καταναλώσεων, “φουσκωμένους” λογαριασμούς από τον Σεπτέμβριο και μετά.

Λογαριασμοί ρεύματος: Όλο και λιγότερους πελάτες παίρνουν οι ιδιωτικές εταιρίες ρεύματος

Ενδείξεις επιβράδυνσης του ρυθμού μείωσης του μεριδίου της ΔΕΗ δείχνουν τα στοιχεία του δεύτερου τριμήνου 2021, αναφορικά με τα μερίδια των εταιρειών προμήθειας στην εκπροσώπηση καταναλωτών στη χαμηλή τάση στο διασυνδεδεμένο σύστημα.

Έτσι, το διάστημα Απρίλιος-Ιούνιος η «φυγή» νοικοκυριών και μικρών επιχειρήσεων περιορίστηκε στις 68.000 παροχές χαμηλής τάσης τον μήνα, δηλαδή περίπου σε 22.000 μηνιαίως, τη στιγμή που τον προηγούμενο 1 με 1,5 χρόνο είχε περίπου παγιωθεί μία μέση μηνιαία απώλεια 30.000-35.000 πελατών για την επιχείρηση.

Ένα νούμερο που είχε διατηρηθεί έως και το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, όταν οι «καθαρές» αποχωρήσεις είχαν αγγίξει τις 103.000.

Εξαιρώντας τους μετρητές που εκπροσωπούνται από τους Προμηθευτές Καθολικής Υπηρεσίας ηλεκτρικής ενέργειας, οι ενεργές παροχές το β΄ τρίμηνο διαμορφώθηκαν σε περίπου 6,6 εκατ. στη χαμηλή τάση.

Το μερίδιο της ΔΕΗ ανήλθε σε 75,1%, το οποίο «μεταφράζεται» σε 5,1 εκατ. παροχές. Επομένως, οι πελάτες για το σύνολο των ιδιωτών προμηθευτών έφτασαν για πρώτη φορά το 1,5 εκατομμύριο.

Όσον αφορά τα ποσοστά εκπροσώπησης μετρητών στη χαμηλή τάση στο διασυνδεδεμένο σύστημα κατά το δεύτερο τρίμηνο, τις πρώτες τρεις θέσεις κατέλαβαν οι καθετοποιημένοι Όμιλοι, δηλαδή η Protergia (Μytilineos) με 3,94%, η Elpedison με 3,67% και η ΗΡΩΝ με 3,32%. Ακολούθησαν η Watt & Volt (2,6%), η Zeniθ με 2,48%, η Volton (1,75%), η NRG (1,99%), η Αέριο Αττικής (1,5%), και η Volterra (0,57%).

Τα πρώτα σημάδια του «φρεναρίσματος» στο άνοιγμα της αγοράς είχαν διαφανεί ήδη από το πρώτο τρίμηνο, όταν οι αποχωρήσεις πελατών από ιδιώτες προς τη ΔΕΗ παρουσίασε αύξηση κατά 56% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2020 και κατά 41% σε σχέση με τον μέσο όρο του 2020.

Λογαριασμοί ρεύματος: Ο λόγος της επιβράδυνσης

Σύμφωνα με παράγοντες του κλάδου, η επιβράδυνση αυτή οφείλεται εν μέρει στο ότι η ΔΕΗ έχει πλέον εκσυγχρονίσει τόσο την εμπορική πολιτική όσο και τη στρατηγική μάρκετινγκ που ακολουθεί, προχωρώντας για παράδειγμα στην προσφορά νέων «στοχευμένων» τιμολογίων.

Εξάλλου, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ, Γιώργος Στάσσης, έχει δηλώσει πως η διατήρηση των πελατών υψηλού περιθωρίου θα αποτελέσει βασικό «πυλώνα» της περαιτέρω ανάπτυξης της επιχείρησης.

Σημαντικότερο ωστόσο ρόλο έπαιξε η άνοδος των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα οι ιδιώτες προμηθευτές να ενεργοποιήσουν τις ρήτρες αναπροσαρμογής στα κυμαινόμενα τιμολόγιά τους, ώστε να μην «γυρίσουν» σε ζημίες. Στον αντίποδα, η ΔΕΗ «ξεπάγωσε» τη ρήτρα CO2 από τις αρχές Μαΐου στα «παλιά» οικιακά τιμολόγια Γ1/Γ1Ν.

Στην πορεία βέβαια, και πιο συγκεκριμένα από τις 5 Αυγούστου, η ΔΕΗ αντικατέστησε τη ρήτρα CO2 με ρήτρα Αναπροσαρμογής Χρεώσεων Προμήθειας, επομένως ένα σημαντικό ερωτηματικό είναι πώς θα «δουν» οι καταναλωτές τα νέα δεδομένα που διαμορφώνονται στην τιμολογιακή πολιτική του δεσπόζοντος παρόχου.

Σύμφωνα πάντως με τα ίδια στελέχη του κλάδου, το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε, οι αυξημένοι λογαριασμοί δημιούργησαν δυσαρέσκεια στους πελάτες των εναλλακτικών παρόχων, κλονίζοντας σε κάποιον βαθμό το κλίμα εμπιστοσύνης που είχε «χτισθεί» τα προηγούμενα χρόνια.