Πετρέλαιο θέρμανσης

Πετρέλαιο θέρμανσης: Τα πάντα στην αγορά έχουν πάρει την… ανηφόρα και φυσικά δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση το πετρέλαιο θέρμανσης, το οποίο θα μας κοστίσει φέτος «χρυσάφι»!

Πολύ υψηλή θα είναι η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης φέτος. Μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες, θα συνεχίσει να αυξάνεται όσο πλησιάζουμε στην ημερομηνία διάθεσης του.

Για το πετρέλαιο θέρμανσης και τις τιμές που θα κυμανθεί φέτος μίλησε ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πρατηριούχων Εμπόρων Καυσίμων, Γιώργος Ασμάτογλου.

Συγκεκριμένα, βρέθηκε καλεσμένος στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ και στην εκπομπή «Στο Πρώτο αλλιώς» με τη Μαρία Γεωργίου και τον Γιώργο Πίκουλα.

Σε ερώτηση για το πετρέλαιο θέρμανσης, είπε: «Από τον Ιανουάριο είχαμε μικρές αλλά σταθερές αυξήσεις σε καθημερινή βάση, και έτσι αθροιστικά φτάσαμε σε ένα σημείο να έχουμε υπερβεί το 20% στην αύξηση της τιμής του καυσίμου στο διυλισμένο προϊόν».

Ενώ στη συνέχεια εξήγησε: «το αργό πετρέλαιο επιβαρύνει το διυλισμένο στο κομμάτι του προ φόρων. Άρα έχουμε και κάποιους υψηλούς ειδικούς φόρους κατανάλωσης και τον ΦΠΑ που επιβαρύνουν την τιμή, αλλά στην τιμή των προ φόρων έχει επιβαρυνθεί αρκετά».

Μάλιστα ο κ. Ασμάτογλου τόνισε ότι αν η διάθεση τώρα, η τιμή θα ήταν στα 80 λεπτά το λίτρο, ωστόσο στις 15 Οκτωβρίου που αναμένεται ο ίδιος να αρχίσει η διάθεση, ανέφερε ότι θα ξεκινήσει στα μεγάλα αστικά κέντρα από 1,020 ευρώ έως 1,050 ευρώ το λίτρο, δηλαδή, περίπου 1.020 με 1.050 ευρώ τα χίλια λίτρα.

Πετρέλαιο θέρμανσης: «Χρυσό» και το αέριο!

Παράλληλα, φαίνεται πως η εποχή που το φυσικό αέριο αποτελούσε μια οικονομική εναλλακτική μορφή ενέργειας, έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί καθώς η τιμή του αυξάνεται κατά… 1.000%!

Το φυσικό αέριο, το οποίο χρησιμοποιείται στην παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος και θέρμανσης ήταν σχετικά φθηνό την τελευταία δεκαετία, λόγω της αυξημένης παραγωγής σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη. Φέτος, όμως, η αυξημένη ζήτηση και η παράλληλη μειωμένη παραγωγή έχουν αντιστρέψει τα δεδομένα.

Αν και το φυσικό αέριο έχει αντικαταστήσει την βλαβερότερη καύση άνθρακα, οι παραγωγοί καλούνται να περιορίσουν ακόμη περισσότερο τις εκπομπές αερίων τους έτσι ώστε να ακολουθήσουν τους νέους περιβαλλοντικούς κανόνες αλλά και τις επενδυτικές τάσεις προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

«Όπως και να το δει κανείς, το φυσικό αέριο θα αποτελέσει τη μεταβατική πηγή ενέργειας από υδρογονάνθρακες σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για τις επόμενες δεκαετίες», ανέφερε ο Chris Weafer, CEO της Macro-Advisory Ltd. «Οι τιμές του φυσικού αερίου θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα μεσοπρόθεσμα και θα αυξηθούν μακροπρόθεσμα», υποστήριξε.

Η ζήτηση αναμένεται να αυξηθεί κατά 7% μέχρι το 2024 σε σχέση με τα προ-πανδημίας επίπεδα, σύμφωνα με την International Energy Agency (ΙΕΑ). Η αύξηση αυτή θα συνεχιστεί κατά 3,4% ετησίως μέχρι το 2035, σύμφωνα με ανάλυση της McKinsey & Co.

Η αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου θα οδηγήσει σε αύξηση του λειτουργικού κόστους των εργοστασίων και της παραγωγής πετροχημικών, προκαλώντας αυξητικές πληθωριστικές πιέσεις. Για τους καταναλωτές, αυτό μεταφράζεται σε υψηλότερους λογαριασμούς ρεύματος και φυσικού αερίου.

Οι αυξητικές τάσεις των τιμών θα επηρεάσουν περισσότερο αναπτυσσόμενες οικονομίες όπως το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές οι οποίες έχουν αναδιαρθρώσει την ενεργειακή πολιτική τους βασιζόμενες στην προϋπόθεση του φθηνού φυσικού αερίου.

Στην Ευρώπη, οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί κατά 1.000% από τα χαμηλά τον Μάιο του 2020 λόγω της πανδημίας, ενώ στην Ασία οι τιμές του LNG έχουν εξαπλασιαστεί το τελευταίο έτος. Ακόμη και στις ΗΠΑ όπου οι τιμές κυμαίνονταν σε χαμηλά επίπεδα λόγω της τεχνολογίας άντλησής του, έχουν φτάσει σε ρεκόρ δεκαετίας.

Αν και υπάρχουν συγκεκριμένοι, παροδικοί λόγοι όπως η πανδημία και τα προβλήματα στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα που αυξάνουν τις τιμές, η οικονομική ανάκαμψη και η καθυστέρηση κατασκευής νέων εργοστασίων LNG οδηγούν σε διαρθρωτική μετατόπιση των ενεργειακών δεδομένων.

Πριν από μια 10ετία, η ΙΕΑ είχε ανακοινώσει πως εισερχόμασταν σε μια «χρυσή εποχή» φυσικού αερίου. Μεταξύ του 2009 και του 2020, η κατανάλωση του φυσικού αερίου αυξήθηκε κατά 30% παγκοσμίως.

Πολλές χώρες θεωρούσαν το φυσικό αέριο ως έναν καλό τρόπο μείωσης των εκπομπών αερίων τους, αφού είναι το «καθαρότερο» ορυκτό καύσιμο και εκπέμπει 50% λιγότερο CO2 σε σχέση με τον άνθρακα.

H ζήτηση δεν έχει περιοριστεί καθόλου. Οι εταιρείες παροχής ενέργειας στην Ευρώπη έχουν μεταπηδήσει στο φυσικό αέριο λόγω των υψηλών τιμών υδρογονανθράκων. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις της ανατολικής και νοτιοανατολικής Ασίας σχεδιάζουν τη δημιουργία δεκάδων νέων εργοστασίων παραγωγής φυσικού αερίου έτσι ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στην αυξημένη ζήτηση ενέργειας.

Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τον Gavin Thompson, στέλεχος της Wood Mackenzie «Οι αυξημένες τιμές δε θα οδηγήσουν σε μείωση της ζήτησης την επόμενη δεκαετία».

Συνήθως μια γενικευμένη αύξηση της ζήτησης θα οδηγούσε σε επενδυτικό πυρετό για τη δημιουργία εργοστασίων παραγωγής φυσικού αερίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, οι νέοι περιβαλλοντικοί στόχοι έχουν καθυστερήσει ή ακυρώσει οποιαδήποτε επενδυτικά σχέδια, ενώ η ΙΕΑ υπογράμμισε πως οι επενδύσεις στο φυσικό αέριο θα πρέπει να σταματήσουν εάν ο πλανήτης σκοπεύει να επιτύχει τους περιβαλλοντικούς του στόχους μέχρι το 2050.

Πετρέλαιο θέρμανσης: Ενεργειακό πρόβλημα σε όλη την Ευρώπη

Ενδεικτική είναι η κατάσταση στη Γερμανία.

Οι τιμές χονδρικής της ενέργειας στη Γερμανία έχουν αυξηθεί κατά 60% φέτος, οδηγώντας τον Basel Hamzeh σε αύξηση των τιμών των προϊόντων του “Frau Honig Cafe”: «Οι υψηλές τιμές ενέργειας αποτελούν νέο, μεγάλο εμπόδιο μετά από τα lockdown που μας κράτησαν κλειστούς εδώ και μήνες. Δυστυχώς, οι καταναλωτές θα χρειαστεί να επωμιστούν τις αυξήσεις αυτές», ανέφερε ο Hamzeh.

Οι τιμές της ενέργειας αυξάνονται σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, προκαλώντας φόβο για πληθωριστική αύξηση, λόγω της έλλειψης φυσικού αερίου και της παράλληλης αύξησης της ζήτησης. Στην Ευρώπη, σημαντικό ρόλο παίζουν και οι νέοι ευρωπαϊκοί περιβαλλοντικοί στόχοι βάσει των οποίων έχει αυξηθεί η φορολογία της παραγωγής ενέργειας από ορυκτά καύσιμα. Τα αυξημένα κόστη θα αποτελέσουν και κύριο μέλημα της συνάντησης COP26 των ηγετών του ΟΗΕ στην Σκωτία το Νοέμβριο.

Οι κυβερνήσεις φοβούνται το πολιτικό κόστος των τιμολογικών αυξήσεων. Οι Ελβετοί πολίτες, μάλιστα, έδωσαν ένα ηχηρό παράδειγμα μετά από το «Όχι» σε πρόσφατο δημοψήφισμα για νέο, προτεινόμενο περιβαλλοντικό φόρο στη χώρα.

Το υψηλό κόστος της ενέργειας φαίνεται πως θα συνεχιστεί. Η Ρωσία έχει μειώσει τις εξαγωγές φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, ενώ η Ασία περιορίζει τις εξαγωγές λόγω προσπάθειας ενίσχυσης των αποθεμάτων της. Παρ’ όλα αυτά, κερδισμένες από την αύξηση των τιμών φυσικού αερίου στην Ευρώπη βγαίνουν εταιρείες παραγωγής ενέργειας όπως η γερμανική RWE AG και η γαλλική Engie SA.

H αύξηση του κόστους θα οδηγήσει πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε «λουκέτο». Σύμφωνα με την Kate Nicholls, CEO της UKHospitality, «μια αύξηση των τιμών ενέργειας θα είναι καταστροφική για την ξενοδοχειακή βιομηχανία. Πολλά ξενοδοχεία βρίσκονται στο χείλος του γκρεμού. Μπορεί να χρειαστεί νέα παρέμβαση από τις αρχές εάν υπάρξει αύξηση στο κόστος λειτουργίας τους».

Η αύξηση του πληθωρισμού αποτελεί άλλο ένα πρόβλημα για τις ευρωπαϊκές χώρες οι οποίες ανακάμπτουν από την πανδημία. Τα καταναλωτικά έξοδα στην Ευρωζώνη επέδειξαν αύξηση της τάξης του 2,2% τον Ιούλιο.

Αν και η Ευρώπη έχει το πιο φιλόδοξο πρόγραμμα καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής στον κόσμο, πολλές χώρες έχουν αρχίσει να αμφισβητούν συγκεκριμένες προτάσεις του.

Η Γαλλία προσπαθεί να καθυστερήσει ή να υποσκάψει τη νέα πρόταση για τη φορολόγηση των εκπομπών άνθρακα που αφορούν τη θέρμανση και τις μεταφορές. Επιπροσθέτως αρκετές χώρες, όπως η Ολλανδία και η Ουγγαρία, ανησυχούν για τις κοινωνικές επιπτώσεις των προτάσεων για αύξηση της φορολογίας των υδρογονανθράκων.

Στη Βρετανία δεν είναι ακόμη ξεκάθαρος ο τρόπος επίτευξης των στόχων μηδενικών εκπομπών. «Η γενιά μας θα επωμιστεί το κόστος της μείωσης των εκπομπών άνθρακα. Τι θα μας πουν σε πέντε χρόνια όταν καταλάβουν πως οι στόχοι της Συμφωνίας του Παρισιού δεν πρόκειται να επιτευχθούν;» αναρωτήθηκε ο Jonathan Stern, ερευνητής του Oxford Institute for Energy Studies.

Προς το παρόν, η Ισπανία είναι αυτή που υποφέρει περισσότερο. Λόγω της απουσίας ενεργειακών διασυνδέσεων με τη Γαλλία, οι τιμές του ηλεκτρικού έχουν ξεπεράσει τα 100 ευρώ / Μεγαβατώρα, υπερδιπλασιασμένες σε σχέση με τα προ-πανδημίας επίπεδα.

«Προφανώς αποτελεί τεράστιο πλήγμα για την Σοσιαλιστική κυβέρνηση της Ισπανίας η οποία είχε βασίσει την προεκλογική της καμπάνια στη μείωση του ενεργειακού κόστους», ανέφερε ο Javier Tobias Gonzalez, στέλεχος της συμβουλευτικής εταιρείας βιώσιμης ανάπτυξης ECODES.

Στην Βρετανία, η Ofgem αναμένεται να αυξήσει τις τιμές κατά 125 στερλίνες / Μεγαβατώρα.

Όσο για τον Basel Hamzeh στο Βερολίνο, «το καφέ μας τα βγάζει πέρα χάρη στην υποστήριξη της γειτονιάς. Χωρίς αυτούς, δε θα τα καταφέρναμε».