Σούπερ μάρκετ: Με το… αριστερό ξεκίνησε το άνοιγμα μεγάλης αλυσίδας σούπερ μάρκετ στη χώρα μας καθώς ήδη τα πρώτα προβλήματα ξεκίνησαν και οι σκέψεις για λουκέτο έχουν κάνει την εμφάνισή τους.

Με άσχημο τρόπο εξελίσσεται η ανάπτυξη της Ρώσικης αλυσίδας supermarket MERE, που έκανε ντεμπούτο στην ελληνική αγορά τον Μάιο και αριθμεί σήμερα 4 καταστήματα.

Πληροφορίες αναφέρουν πως τα εγκαίνια του νέου supermarket MERE στο Αγρίνιο, το πέμπτο μετά το άνοιγμα σε Λάρισα, Τρίπολη, Κόρινθο και Λαγκαδά, μετατίθενται προς τα τέλη του φθινοπώρου, αν και αναμενόταν να ανοίξει αυτή την περίοδο.

Η αναβολή δεν θα πρέπει να εκπλήσσει, καθώς τα σχέδια του ομίλου Torgservis, που αναπτύσσει το σήμα μέσω θυγατρικής στην Ελλάδα – μοντέλο που ακολουθεί η συνδεδεμένη ρωσική εταιρεία Svetofor και σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές – έχουν αλλάξει αρκετές φορές.

Αυτή τη φορά ωστόσο συντρέχουν σημαντικές εξελίξεις στην αγορά των supermarket που τροφοδοτούν τη συζήτηση γύρω από το τολμηρό εγχείρημα του Ρώσου παίκτη, όπως οι ανατιμήσεις σε σειρά προϊόντων, που προστίθενται στις προκλήσεις με τις οποίες ήταν ήδη αντιμέτωπος στην τοπική αγορά.

Πρακτικά, εδώ και λίγο καιρό τα περιθώρια απορρόφησης των κραδασμών από τις ελλείψεις πρώτων υλών και τα αυξημένα κόστη ηλεκτρικής ενέργειας και μεταφορικών στενεύουν για τους προμηθευτές, οι οποίοι έχουν αρχίσει ήδη να μετακυλίουν το κόστος στις τιμές των προϊόντων.

Αυτό το περιβάλλον είναι ένα ισχυρό “stress test” για το μοντέλο ανάπτυξης της MERE, η οποία δεσμεύεται να διαθέτει τα προϊόντα της 20-30% χαμηλότερα από την υπόλοιπη αγορά.

Χάρις στα χαμηλά κόστη επένδυσης ανά κατάστημα, που δεν φτάνουν ούτε στο 1% μιας εδραιωμένης αλυσίδας, αλλά και τα περιορισμένα λειτουργικά κόστη, αφού τα καταστήματα διαθέτουν παλέτες και χαρτοκιβώτια αντί ράφια, ένα δωμάτιο-ψυγείο και ελάχιστο προσωπικό, η MERE εκτιμά ότι μπορεί να λειτουργεί με το μισό περιθώριο κέρδους των άλλων αλυσίδων.

Ωστόσο στις τρέχουσες συνθήκες, που οι πιέσεις στα περιθώρια κέρδους αυξάνονται οριζόντια στη βιομηχανία, οι προκλήσεις είναι μεγαλύτερες και αλλάζουν τα δεδομένα στις πολιτικές των προμηθευτών, με τους οποίους εν προκειμένω η MERE χτίζει ακόμη σχέσεις.

Τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα η ρωσική αλυσίδα supermarket να αντιμετωπίζει αυτό το διάστημα ελλείψεις στα καταστήματά της από βασικά είδη όπως ενδεικτικά ζάχαρη, αλεύρι και λάδια. Πηγές στην εταιρεία μας μεταφέρουν ότι τα καταστήματα είναι “φορτωμένα” με εμπορεύματα άλλων ειδών, καθώς γίνονται αγορές μόνο από προμηθευτές με τους οποίους μπορεί να εξασφαλιστεί η προβλεπόμενη έκπτωση στην τιμή στο ράφι.

Σημειώνουν ότι η εταιρεία διατηρεί το 80% του χαρτοφυλακίου της σε ελληνικά προϊόντα ενώ το υπόλοιπο αποτελεί εισαγωγές από τη Ρωσία, κυρίως σοκολατάκια, γλυκά, snacks κ.α.

Σούπερ μάρκετ: Τι δείχνουν τα στοιχεία για την ακρίβεια

Την ίδια ώρα,  σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις εμφανίζονται σε βασικά τρόφιμα, όπως είναι τα έλαια, τα κρέατα, τα ψάρια, τα φρούτα, τα λαχανικά, τα τυριά, οι μαργαρίνες.

Ενδεικτικά οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις σε σχέση με πέρυσι, όπως εμφανίζονται στην τελευταία έρευνα για το Δείκτη Τιμών Καταναλωτή το μήνα Ιούλιο, έγιναν: φυσικό αέριο 72,32%, πετρέλαιο κίνησης 20,25%, βενζίνη 16,8%, άλλα βρώσιμα έλαια 16,32%, αρνί και κατσίκι 13,21%, νωπά λαχανικά 8%, νωπά ψάρια 6,58%, νωπά φρούτα 5,19%, φρέσκα θαλασσινά 4,39%, τυριά 3,54%, μαργαρίνη και άλλα φυτικά λίπη 3%, ελαιόλαδο 2,61%, πίτσες και πίτες 2,08%, ζυμαρικά 1,83%, παιδικές τροφές 1,73%, κατεψυγμένα ψάρια 1,73%, αλεύρι 1,69%, πατάτες 1,21%.

Τον κύκλο των αυξήσεων δεν δίστασαν μάλιστα να ανοίξουν οι πολυεθνικές εταιρείες, μιλώντας ανοικτά για εντεινόμενες πληθωριστικές πιέσεις.

Η Coca Cola έχει προχωρήσει ήδη σε ανατιμήσεις, το ίδιο και η Nestle η οποία εκτιμά ότι ως το τέλος της χρονιάς οι μεσοσταθμικές αυξήσεις που θα έχει επιβάλει στα προϊόντα της θα φθάνουν το 4%. Απ’ τις τελευταίες ενδιάμεσες οικονομικές εκθέσεις τους δείχνουν ότι την ίδια προσέγγιση θα ακολουθήσουν Unilever και Reckitt Benckiser διεθνώς προκειμένου να διοχετεύσουν μέρος του αυξημένου κόστους που αντιμετωπίζουν στους καταναλωτές.

Πρόσφατα τόσο η Pepsico όσο και η Heineken προειδοποιούσαν πως η μεγαλύτερη πίεση που θα δεχθούν απ’ την άνοδο των πρώτων υλών θα είναι μέσα στους επόμενους μήνες, γεγονός που αφήνει ανοικτό το παράθυρο νέων προσαρμογών στους τιμοκαταλόγους τους στο τέλος της χρονιάς. Επίσης μεγαλύτερες πληθωριστικές πιέσεις κατά τους επόμενους μήνες βλέπουν η Danone και η General Mills.

Το κύμα των ανατιμήσεων θα επηρεάσει και τον οικιακό εξοπλισμό και τα έπιπλα και τις λευκές συσκευές και τα είδη τεχνολογίας και την ένδυση και υπόδηση.

Σούπερ μάρκετ: Παγκόσμιο φαινόμενο το ράλι!

Την ίδια ώρα, σύμφωνα με μετρήσεις του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών αυξήσεις παρατηρήθηκαν και σε άλλα είδη όπως η φέτα, το γιαούρτι, τα αυγά. Ωστόσο σύμφωνα με τις εκτιμήσεις το συνολικό ποσοστό αύξησης στον οικογενειακό προϋπολογισμό συγκρατήθηκε στο 0,7%, καθώς εξισορροπήθηκε από προϊόντα σε προσφορά.

Όπως ανέφερε ο πρόεδρος του ΙΕΛΚΑ, Κωνσταντίνος Μαχαίρας, στον enikos.gr «οι ανατιμήσεις αφορούν σε ολόκληρη την Ευρώπη καθώς ανεβαίνουν οι πρώτες ύλες». Σύμφωνα με τον ίδιο, έχουμε «μεσοσταθμικές αυξήσεις 5%-6% εφέτος και το λιανεμπόριο έως τώρα έχει απορροφήσει ένα 4% και στην τελική τιμή του προϊόντος έχει… περάσει ένα 2%. Με το που άνοιξαν έξω οι αγορές, ήρθαν και οι ανατιμήσεις. Είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο και όχι ελληνικό».

Ο Γιώργος Λεχουρίτης, πρόεδρος του ΙΝΚΑ, βλέπει ωστόσο πιο μόνιμα χαρακτηριστικά στις ανατιμήσεις, οι οποίες όπως είπε ξεκίνησαν από τον Ιανουάριο.

Όπως είπε σε συνέντευξή του στο OPEN το μπαράζ ανατιμήσεων παρατηρείται σχεδόν σε όλα τα προϊόντα από τα μακαρόνια και όσπρια μέχρι το λάδι και το ρύζι. Μάλιστα, επεσήμανε ότι οι ανατιμήσεις είναι μεγάλες εάν αναλογιστεί κανείς δεν υπάρχει καμιά αύξηση στις αποδοχές των εργαζομένων και στις συντάξεις.

Στο ερώτημα εάν συνδέονται οι ανατιμήσεις με το κύμα της πανδημίας ο πρόεδρος του ΙΝΚΑ σημείωσε ότι δεν υπάρχει καμιά συσχέτιση της πανδημίας με τις αυξήσεις στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα και στα προϊόντα που φτάνουν στα ράφια του σούπερ μάρκετ.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΙΝΚΑ, «αυτό που επικαλούνται για παράδειγμα οι πωλητές λαϊκών αγορών ότι πήγαιναν κάθε 15 ημέρες και ότι μειώθηκαν οι πάγκοι, γι’ αυτό και αυξήθηκαν οι τιμές, δεν ισχύει για τα σούπερ μάρκετ, καθώς αυτά δεν έκλεισαν καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας.

Όταν θέλουμε να δικαιολογήσουμε τις αυξημένες τιμές προϊόντων, βρίσκουμε δικαιολογίες. Θεωρούμε λοιπόν ως ΙΝΚΑ ότι πολλές επιχειρήσεις βρίσκουν δικαιολογίες για να αυξάνουν τις τιμές των προϊόντων. Η αύξηση των τιμών πρώτων υλών επηρεάζει τις τελικές τιμές αλλά δεν δικαιολογούνται τέτοιου είδους αυξήσεις.

Παράλληλα ενώ μειώθηκε ο ΦΠΑ από το 24% στο 13% θα περιμέναμε και γενικότερη μείωση τιμών στα προϊόντα, ωστόσο αυτές δεν μειώθηκαν, παρέμειναν σταθερές ή ίσως και να αυξήθηκαν σε ορισμένες περιπτώσεις».

Την ίδια στιγμή ο πλανήτης βιώνει μία οξεία επισιτιστική κρίση. Συγκεκριμένα, σχεδόν 20 εκατ. επιπλέον άνθρωποι προστέθηκαν στους πληγέντες των επισιτιστικών κρίσεων στη διάρκεια της περσινής χρονιάς, ενώ οι προοπτικές για το άμεσο μέλλον φαντάζουν εξίσου δυσοίωνες, σύμφωνα με το Παγκόσμιο Δίκτυο Κατά των Επισιτιστικών Κρίσεων (GNAFC).

Σούπερ μάρκετ: Ποιο προϊόν αγόρασαν περισσότερο οι Έλληνες

Η πανδημία άνοιξε την όρεξη των καταναλωτών για τοπικά προϊόντα τα οποία αύξησαν τη δύναμη τους στο καλάθι κατά 6 μονάδες σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

Αυτό προκύπτει από στοιχεία της Nielsen σύμφωνα με τα οποία διαφαίνεται μια τάση, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς όπου έχει δημιουργηθεί και το κίνημα των “locavore”, οι καταναλωτές να στρέφονται στα τοπικά προϊόντα.

Και όταν λέμε τοπικά προϊόντα, αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι προτιμούν τα ελληνικά προϊόντα γενικά και αόριστα.

Η επιλογή ενός τοπικού προϊόντος πηγαίνει σε επίπεδο περιοχής, δηλαδή προτιμούν Κρητικά, Ναξιώτικα, κ.λ.π. και ψάχνουν για μεγιστοποίηση της αξίας με την τιμή να παραμένει σημαντικός παράγοντας αλλά όχι ο μοναδικός.

Με απλά λόγια οι καταναλωτές αναζητούν φθηνότερες τιμές αλλά την ίδια ώρα εμφανίζονται διατεθειμένοι -όταν έχουν τη δυνατότητα- να πληρώσουν παραπάνω για κάτι που εγγυάται καλύτερη ποιότητα.

Αυτός ίσως να είναι ένας από τους βασικούς λόγους που καταγράφεται νέα υποχώρηση των πωλήσεων των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας (PL) και των προϊόντων που φέρουν το brand του σούπερ μάρκετ. Οι πωλήσεις τους μειώθηκαν κατά 15,4% ενώ μόνο το 37% των καταναλωτών δηλώνει ότι επιλέγει πάντα PL.

Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι οι καταναλωτές δεν είναι ευαίσθητοι στο θέμα των τιμών.

Αντιθέτως, σύμφωνα με τους αναλυτές της Nielsen, όσο αβέβαιο είναι το περιβάλλον -η καταναλωτική εμπιστοσύνη έχει υποχωρήσει κατά 14 μονάδες μέσα στο 2020- τόσο υψηλότερη είναι η ευαισθησία στη μεταβολή των τιμών.

Το 66% των καταναλωτών δηλώνει πως γνωρίζει σχεδόν όλες τις τιμές των προϊόντων που αγοράζει, το 56% από 51% το 2019, αγοράζει τα απαραίτητα έχοντας μειώσει τις πολυτέλειες, ενώ το 16% αυτών, δηλαδή 2 μονάδες περισσότερο από το 2019, αγοράζει μεγαλύτερες ποσότητες ή πολυσυσκευασίες για να επωφεληθεί από τις προσφορές.

Από την άλλη πλευρά πάντως το ποσοστό των καταναλωτών που μετακινείται σε φθηνότερες μάρκες υποχώρησε πέρυσι στο 23% από 27% που ήταν το 2019.

Η ουσία για τους προμηθευτές και τους παραγωγούς προϊόντων είναι πως για κάθε 1% αύξηση της τιμής των βασικών ειδών που πωλούν τα σούπερ μάρκετ καταγράφεται μείωση 2,5% στον όγκο πωλήσεων.

Ο συγκεκριμένος δείκτης, που δείχνει πόσο αρνητικά μεταβάλλεται ο όγκος από μια μεταβολή στην τιμή, ήταν στο 3,2 κατά την προ covid περίοδο δείχνοντας ότι η εγχώρια αγορά είναι οριακά πιο ανελαστική σε σχέση με πριν.

Πάντως η προωθητική ένταση -δηλαδή το σύνολο των πωλήσεων που έγινε υπό προώθηση- μειώθηκε στο πρώτο lockdown. Στη μετά lockdown περίοδο στα τρόφιμα οι προωθητικές ενέργειες αγγίζουν το 39%.

Δηλαδή 4 στα 10 προϊόντα πωλούνται υπό προώθηση ενώ στα ποτά, αναψυκτικά, αφεψήματα, κ.λ.π. η προωθητική ένταση έφθασε στο 80,2% δηλαδή -3,3 μονάδες.