«Κίτρινος πυρετός» στην Ελλάδα – Απίστευτο αυτό που συμβαίνει με τις λίρες

Λίρες: Σε ένα απίστευτο κυνήγι… θησαυρού έχουν επιδοθεί οι Έλληνες αναφορικά με τις λίρες.

Αύξηση των αγορών και των πωλήσεων χρυσών λιρών από την Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφεται το πρώτο τρίμηνο του 2023, εξέλιξη που αντανακλά τις ανάγκες ορισμένων νοικοκυριών να ρευστοποιήσουν αποθέματα που τυχόν έχουν, αλλά και την μεσομακροπρόθεσμη επενδυτική προοπτική που βλέπουν ορισμένοι.

Πάντως ο όγκος των πωλήσεων χρυσών λιρών από ιδιώτες στην Τράπεζα της Ελλάδος είναι πολλαπλάσιος σε σχέση με τις λίρες που αγοράζονται από την κεντρική τράπεζα.

Παράλληλα οι αυξομειώσεις των αγορών και των πωλήσεων χρυσών λιρών αντανακλούν και τις αυξομειώσεις των τιμών της χρυσής λίρας, η τιμή της οποίας σταθεροποιήθηκε σε υψηλά επίπεδα, περίπου στα 400 ευρώ, για αγορά από την ΤτΕ.

Σε κάθε περίπτωση, οι συναλλαγές σε χρυσές λίρες Αγγλίας, καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό, εκτός από τις οικονομικές ανάγκες των κατόχων τους, που τους υποχρεώνουν να τις ρευστοποιήσουν, και από τις προσδοκίες για την εξέλιξη των τιμών του χρυσού.

Ωστόσο, η αγορά χρυσής λίρας από την Τράπεζα της Ελλάδος για επένδυση, θα πρέπει να συνοδεύεται από μακροπρόθεσμες προοπτικές απόδοσης, καθώς το spread μεταξύ αγοράς και πώλησης είναι τεράστιο.

Παράδειγμα, σήμερα, 21 Ιουνίου 2023, η Τράπεζα της Ελλάδος αγοράζει τη χρυσή λίρα προς 402,76 ευρώ και την πουλάει προς 485,36 ευρώ. Πρόκειται για μια διαφορά της τάξης των 82,60 ευρώ, που σημαίνει πως για να αποδώσει η επένδυση, θα πρέπει η τιμή του χρυσού να αυξηθεί αισθητά το επόμενο διάστημα.

Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, στη διάρκεια του πρώτου τριμήνου του 2023, οι ιδιώτες πούλησαν στην Τράπεζα της Ελλάδος 11.984 χρυσές λίρες Αγγλίας, αριθμός που είναι αυξημένος κατά 31,7% σε σχέση με τις πωλήσεις που είχαν καταγραφεί το δ΄ τρίμηνο του 2022 που είχαν διαμορφωθεί σε 9.100 τεμάχια.

Επίσης είναι μειωμένος κατά 31,7% σε σχέση με το α΄ τρίμηνο του 2022. 2021, όταν οι πωλήσεις είχαν ανέλθει σε 17.580 τεμάχια.

Ακόμη, το α΄ τρίμηνο του 2023, οι αγορές χρυσών λιρών, από ιδιώτες, από την ΤτΕ, ανήλθαν σε 3.719 τεμάχια και παρουσίασαν αύξηση κατά 46,5% σε σχέση με το δ΄ τρίμηνο του 2022 και αύξηση κατά 5,5% σε σχέση με το α΄ τρίμηνο του 2022.

Διευκρινίζεται ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία αφορούν μόνο τις συναλλαγές σε χρυσές λίρες που πραγματοποιούνται μέσω της ΤτΕ και δεν περιλαμβάνονται οι συναλλαγές στα ανταλλακτήρια χρυσού. Αυτό σημαίνει πως οι συνολικές συναλλαγές σε χρυσές λίρες είναι αισθητά υψηλότερες.

Λίρες: Άδειασαν τα… σεντούκια

Η άνοδος της τιμής της χρυσής λίρας ήρθε σε μια περίοδο που τα νοικοκυριά είχαν… ξεφορτωθεί τις λίρες που κατείχαν, επειδή στα προηγούμενα τρία χρόνια είχε καταγραφεί άνοδος της τιμής, αλλά όχι βέβαια στα σημερινά επίπεδα.

Στις 31 Δεκεμβρίου 2018 η Τράπεζα της Ελλάδος αγόραζε τη χρυσή λίρα στα 254,43 ευρώ, ένα χρόνο αργότερα, στις 31-12-2019 η τιμή αγοράς της χρυσής λίρας είχε αυξηθεί στο ποσό των 309,09 ευρώ, στις 31/12/2020 διαμορφώθηκε σε 349,64 ευρώ και στις 31 Δεκεμβρίου 2021 είχε αυξηθεί σε 365,27 ευρώ.
349,64

Το 2021 τα νοικοκυριά πούλησαν στην ΤτΕ, 45.588 χρυσές λίρες Αγγλίας, έναντι 86.584 τεμάχια που πωλήθηκαν το 2020, με τις πωλήσεις να καταγράφουν μείωση κατά 47,3%.

Το 2020 οι πωλήσεις χρυσών λιρών Αγγλίας από τα νοικοκυριά στην Τράπεζα της Ελλάδος είχαν ανέλθει σε 86.584 και το 2019 είχαν ανέλθει σε 99.744 τεμάχια.

Από το 2002 που υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία από την ΤτΕ, οι ρευστοποιήσεις χρυσών λιρών από τα νοικοκυριά ανήλθαν σε 3.095.508 τεμάχια ενώ οι αγορές λιρών από τους ιδιώτες ανήλθαν σε 1.480.715 τεμάχια, που σημαίνει, ότι από τα… σεντούκια των νοικοκυριών λείπουν 1.614.793 χρυσές λίρες Αγγλίας.

Λίρες: Υπό εξαφάνιση και τα μετρητά!

Παράλληλα, μπορεί οι Έλληνες να μάζεψαν… χρήματα στην καραντίνα ωστόσο φαίνεται πως προτιμούν τις ψηφιακές αγορές με αποτέλεσμα τα μετρητά να είναι είδος προς εξαφάνιση!

Συνολικά οι ενεργές κάρτες –χρεωστικές, πιστωτικές, προπληρωμένες, εικονικές- που κυκλοφορούν είναι 18,6 εκατομμύρια και με αυτές πραγματοποιήθηκαν 1,15 δισ συναλλαγές αξίας 66 δισ ευρώ.

Σύμφωνα με την Εκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας Ελλάδος, από τα 18,6 εκατομμύρια κάρτες, τα 15,7 εκατομμύρια είναι χρεωστικές κάρτες –από τις οποίες το 1,7 εκατομμύρια προπληρωμένες-, ενώ οι ενεργές πιστωτικές κάρτες είναι 2,9 εκατομμύρια.

Σημαντική αύξηση –κατά 38%- εμφάνισαν οι εικονικές κάρτες πληρωμών με τον αριθμό τους να ανεβαίνει στις 100 χιλιάδες κάρτες. Την αύξηση των προπληρωμένων και των εικονικών καρτών η ΤτΕ την αποδίδει στον αυξημένο αριθμό συναλλαγών που διενεργούνται μέσω διαδικτύου.

Πέρυσι πραγματοποιήθηκαν 1,15 δισεκατομμύρια συναλλαγές με «πλαστικό» χρήμα (από 976 εκατ. το 2019, αύξηση κατά 18%).

Ο αριθμός των συναλλαγών με χρεωστικές κάρτες αυξήθηκε κατά 20% -σε 1.029 δισεκατομμύρια-, καθώς το 89% του συνολικού αριθμού πληρωμών με κάρτες γίενται με χρεωστικές, οι οποίες αποτελούν το κύριο υποκατάστατο της χρήσης μετρητών.

Οριακά –κατά 1,68%- ήταν και ο αριθμός συναλλαγών με πιστωτικές κάρτες, οι οποίες διαμορφώθηκαν στα 121 εκατομμύρια.

Η αξία των συναλλαγών με κάρτες πληρωμών κυμάνθηκε στα 66 δισεκ. ευρώ, αυξημένη κατά 2% συγκριτικά με το προηγούμενο -με τις χρεωστικές να συμμετέχουν κατά 92% στη συνολική αξία των συναλλαγών με όλα τα είδη καρτών πληρωμών.

Ο μέσος αριθμός συναλλαγών ανά χρεωστική κάρτα αυξήθηκε σε 65 συναλλαγές, από 56 το 2019, ενώ με πιστωτικές κάρτες ο μέσος αριθμός συναλλαγών μειώθηκε στις 42, από 45 το 2019.

Η μέση αξία συναλλαγών ανά χρεωστική κάρτα παρουσίασε αύξηση κατά 1% σε 3.845 ευρώ (από 3.798 ευρώ το 2019). Αντίθετα η μέση αξία συναλλαγών ανά πιστωτική κάρτα μειώθηκε στα 1.938 ευρώ (-19%), από 2.390 ευρώ το προηγούμενο έτος.

Όπως σημειώνει η ΤτΕ η μέση αξία ανά συναλλαγή το 2020 μειώθηκε στα 57 ευρώ, από 66 ευρώ το 2019 και 70 ευρώ το 2018. Η πτώση της μέσης αξίας ανά συναλλαγή καταγράφηκε τόσο στις συναλλαγές με χρεωστικές κάρτες, όπου μειώθηκε σε 59 ευρώ, από 68 ευρώ το 2019, όσο και στις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, στις οποίες μειώθηκε σε 46 ευρώ, από 52 ευρώ το προηγούμενο έτος.

Μάλιστα σύμφωνα με την ΤτΕ, «οι μειώσεις της μέσης αξίας ανά συναλλαγή που παρατηρούνται κατά το έτος 2020 είναι μεγαλύτερης κλίμακας από αυτές των προηγούμενων ετών, γεγονός που ενδεχομένως να οφείλεται στη μείωση των εισοδημάτων των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων που προκλήθηκε από την παγκόσμια υγειονομική κρίση».