Έξαλλοι οι εργαζόμενοι: Μέγα σκάνδαλο με τους μισθούς στην Ελλάδα

Μισθοί: Οι Έλληνες στους πέντε πιο κακοπληρωμένους λαούς του πλανήτη, σύμφωνα με νέα έρευνα. Λίγο πάνω από Μεξικό, Χιλή και Σλοβακία η Ελλάδα. Όλες οι λεπτομέρειες στο xristika.gr.

Ανάμεσα στους πιο κακοπληρωμένους λαούς του κόσμου είναι οι Έλληνες, σύμφωνα με μια νέα έρευνα.

Η έρευνα της πλατφόρμας αναζήτησης εργασίας Lensa διαπίστωσε ότι το Μεξικό είναι η χώρα με τους πιο κακοπληρωμένους εργαζομένους, καθώς συνέκρινε τις ώρες εργασίας με τα επίπεδα των μισθών.

Η έρευνα βρήκε ότι οι Μεξικανοί δουλεύουν κατά μέσο όρο 40 ώρες και 48 λεπτά την εβδομάδα ή 2.124 ώρες τον χρόνο.

Και καθώς αμείβονται με 16.230 δολάρια κατά μέσο όρο τον χρόνο, αυτό σημαίνει ότι η μέση αμοιβή ανά ώρα είναι μόλις 7,64 δολάρια, δηλαδή τουλάχιστον 20 δολάρια χαμηλότερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο.

Έξαλλοι οι εργαζόμενοι: Μέγα σκάνδαλο με τους μισθούς στην Ελλάδα

Στη δεύτερη θέση ανάμεσα στις χώρες με τους πιο κακοπληρωμένους εργαζομένους βρίσκεται η Χιλή, παρότι οι απολαβές ανά ώρα είναι σχεδόν διπλάσιες σε σχέση με το Μεξικό.

Έξαλλοι οι εργαζόμενοι: Μέγα σκάνδαλο με τους μισθούς στην Ελλάδα

Η Σλοβακία είναι η ευρωπαϊκή χώρα με τους πιο κακοπληρωμένους και ακολουθεί η Ουγγαρία, καθώς και στις δύο χώρες, οι εργαζόμενοι βγάζουν περίπου 15 δολάρια την ώρα κατά μέσο όρο.

Στην πέμπτη θέση της έρευνας βρίσκεται η Ελλάδα, με τον μέσο Έλληνα να δουλεύει 33 ώρες και 12 λεπτά την εβδομάδα ή συνολικά 1.728 ώρες τον χρόνο.

Με τις μέσες ετήσιες απολαβές στα 27.207 δολάρια, η μέση αμοιβή ανά ώρα υπολογίζεται στα 15,74 δολάρια.

Έξαλλοι οι εργαζόμενοι: Μέγα σκάνδαλο με τους μισθούς στην Ελλάδα

Αντίθετα, το top5 των χωρών με τους πιο καλοπληρωμένους εργαζόμενους απαρτίζουν η Ισλανδία, το Λουξεμβούργο, η Δανία, η Ελβετία και η Ολλανδία.

Έξαλλοι οι εργαζόμενοι: Μέγα σκάνδαλο με τους μισθούς στην Ελλάδα

Μισθοί: Απίστευτο αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα

Το μηνιάτικο ενός υπαλλήλου γραφείου στον ιδιωτικό τομέα χωρίς κάποια ειδίκευση ανέρχεται στα 781 ευρώ καθαρά, ενώ στο Δημόσιο περνά τα 1.000 ευρώ (1.011 ευρώ).

Στους εξειδικευμένους τεχνίτες του ιδιωτικού τομέα ο μισθός φτάνει στα 770 ευρώ καθαρά, ενώ για την ίδια κατηγορία το Δημόσιο δίνει μισθό 1.065 ευρώ.

Εκεί που υστερεί το Δημόσιο αν και με μικρή διαφορά είναι στις αμοιβές των διευθυντικών στελεχών, που κυμαίνονται στα 1.445 ευρώ το μήνα (μέσος όρος), ενώ στον ιδιωτικό τομέα τα στελέχη έχουν μέσο καθαρό μηνιαίο μισθό 1.531 ευρώ.

Ερευνα

Οι διαφορές μισθών ανά κλάδο, ανά επάγγελμα και ανά ιδιοκτησιακό καθεστώς (δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα) καταγράφονται στην ειδική έρευνα που επεξεργάστηκε η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) στο πλαίσιο των προτάσεων που κατατέθηκαν από τους επιστημονικούς φορείς σχετικά με τη νέα αύξηση που θα αποφασιστεί από την κυβέρνηση για τον κατώτατο μισθό και θα ισχύσει από 1η/5/2022.

Η έρευνα έδειξε ότι σε όλους τους κλάδους το χάσμα μισθών μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα παραμένει σημαντικό και αυτό δεν έχει να κάνει με το ότι δόθηκαν αυξήσεις στο Δημόσιο (γιατί δεν δόθηκαν), αλλά με το γεγονός ότι οι αμοιβές στο Δημόσιο καθορίζονται με διαφορετική μεθοδολογία απ’ ό,τι στον ιδιωτικό τομέα.

Η απόσταση δηλαδή υπέρ του Δημοσίου ξεκίνησε από την αρχή και διατηρήθηκε διαχρονικά. Πριν από τα Μνημόνια μάλιστα οι μισθοί των διευθυντικών στελεχών στο Δημόσιο ήταν μεγαλύτεροι από αυτούς που εισέπρατταν τα διευθυντικά στελέχη του ιδιωτικού τομέα.

Μετά τα Μνημόνια και τις μειώσεις που έγιναν κατά κύριο λόγο με τις επιχειρησιακές συμβάσεις στους μισθούς των ιδιωτικών υπαλλήλων και το πάγωμα των προσαυξήσεων λόγω προϋπηρεσίας, το χάσμα μεγάλωσε και η απόσταση που χωρίζει σήμερα τον μέσο μισθό ενός δημοσίου υπαλλήλου από τον μέσο μισθό ενός εργαζομένου στον ιδιωτικό τομέα είναι κοντά στα 250 ευρώ το μήνα υπέρ του εργαζομένου στο Δημόσιο.

Σημειώνεται ότι στα μνημονιακά χρόνια η μόνη περικοπή που έγινε στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων ήταν τα Δώρα, που αρχικά περιορίστηκαν στα 1.000 ευρώ το χρόνο και στη συνέχεια καταργήθηκαν. Μειώσεις βασικών μισθών δεν έγιναν, ούτε δόθηκαν όμως αυξήσεις, ενώ με το νέο μισθολόγιο του Δημοσίου, δόθηκαν και προσωπικές διαφορές για να μην υπάρξουν μειώσεις στις αποδοχές των υπαλλήλων.

Μισθοί: Ανά είδος σύμβασης

Μεγάλο είναι το χάσμα αμοιβών και ανά είδος σύμβασης, καθώς στο σύνολο των μισθωτών (ιδιωτικού και δημόσιου τομέα) οι εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης έχουν κατά μέσο όρο 945 ευρώ καθαρά το μήνα, έναντι 396 ευρώ που είναι το μηνιάτικο για τους μερικώς απασχολούμενους.

Χάσμα αμοιβών υπάρχει ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες της ίδιας κατηγορίας. Στο Δημόσιο οι μέσες αμοιβές των γυναικών υπαλλήλων ανέρχονται στα 1.022 ευρώ και υστερούν κατά 10% έναντι των ανδρών, που ανέρχονται στα 1.130 ευρώ.

Στον ιδιωτικό τομέα, αντίστοιχα, το χάσμα μισθών ανάμεσα στα δύο φύλα είναι μεγαλύτερο από αυτό του Δημοσίου.

Σύμφωνα με την ΕΛ.ΣΤΑΤ., οι μέσες αμοιβές των γυναικών στον ιδιωτικό τομέα ανέρχονται στα 710 ευρώ το μήνα καθαρά και υστερούν σχεδόν κατά 20% των ανδρών, που διαμορφώνονται στα 873 ευρώ.

Στις καλύτερες θέσεις του ιδιωτικού τομέα με ειδίκευση, σπουδές, εμπειρία, οι μισθοί των γυναικών ανέρχονται στα 1.365 ευρώ καθαρά το μήνα και των ανδρών στα 1.590 ευρώ, με τις γυναίκες να υστερούν κατά 14% έναντι των ανδρών.

Μισθοί: Δείτε πού θα φτάσει ο βασικός

Σύμφωνα με τα πορίσματα των 11 φορέων που εξασφάλισε ο «Ελεύθερος Τύπος», οι αυξήσεις που προτείνονται είναι:

ΕΙΕΑΔ (Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού). Προτείνει αύξηση κατά 7% με συνδυασμό πληθωρισμού και ΑΕΠ. Ο κατώτατος μισθός έχει ήδη αυξηθεί κατά 2% από την 1η.1.2022 και προτείνεται να αυξηθεί (περαιτέρω) κατά 7% ή κατά 46,4 ευρώ, φθάνοντας στα 709,4 ευρώ.

Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ): Η κεντρική τράπεζα κρίνει ότι υπάρχει περιθώριο για μια «λελογισμένη αύξηση των κατώτατων μισθών μεταξύ 2,7% και 3,4% από την 1η Μαΐου 2022, η οποία, σε συνδυασμό με την αύξηση κατά 2% από την 1η Ιανουαρίου 2022, θα οδηγήσει σε μέση αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 3,8-4,3% το 2022 και κατά 0,9-1,1% το 2023». Παρατηρεί ότι η αύξηση θα ενισχύσει άμεσα τα χαμηλά εισοδήματα, αλλά θα πρέπει να λάβει υπ’ όψιν τη διαφύλαξη της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών.

ΕΣΕΕ (Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου): Τάσσεται υπέρ μιας «σημαντικής αύξησης», χωρίς να την προσδιορίζει με ποσοστό, αλλά ξεκαθαρίζει ότι θα πρέπει να έχει ως βάση τον πληθωρισμό (6,2%). Επίσης, προτείνει η αύξηση του κατώτατου μισθού να συνδεθεί και με επιδότηση εργοδοτικών εισφορών.

ΙΟΒΕ: Προτείνει «ήπια αύξηση» στον κατώτατο μισθό, με παράλληλη στήριξη μέσα από στοχευμένα μέτρα προς τα πλέον ευάλωτα νοικοκυριά, αλλά και με αξιοποίηση ενδεχόμενου δημοσιονομικού χώρου για περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους σε σχέση με τη φορολογία της εργασίας και τις ασφαλιστικές εισφορές. Για τις προσαυξήσεις λόγω προϋπηρεσίας (τριετίες) προτείνει να συμφωνούνται διμερώς μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

ΣΕΤΕ (τουριστικές επιχειρήσεις): Προτείνει τρία σενάρια με αυξήσεις 2%, 4% και 6%. «Οι πολύ καλές προοπτικές ανάπτυξης της οικονομίας και το 2022 δικαιολογούν μια επιπρόσθετη αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 3% έως 4%», λέει το Ινστιτούτο του ΣΕΤΕ, αλλά «αν οι προσδοκίες για την ανάπτυξη το 2022 διαψευστούν, τότε η αύξηση θα πρέπει να είναι χαμηλότερη».

ΓΣΕΒΕΕ (Επαγγελματοβιοτέχνες): Θεωρεί αναγκαία μία αύξηση του κατώτατου μισθού στα επίπεδα του πληθωρισμού ως μέτρο καταπολέμησης της φτώχειας, επισημαίνοντας ότι θα πρέπει να είναι εντός των δυνατοτήτων των ελληνικών επιχειρήσεων ώστε να έχει και θετικά πολλαπλασιαστικά οφέλη στην εγχώρια ζήτηση και στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν.

ΚΕΠΕ (Κέντρο Προγραμματισμού και Ερευνών): Αναφέρει ότι μία αύξηση του κατώτατου μισθού δεν θα πρέπει να είναι «υπερβολικά μεγάλη» και εφιστά την προσοχή γιατί ενδέχεται να προκαλέσει αξιώσεις για μισθολογικές αυξήσεις στον δημόσιο τομέα επιβαρύνοντας τα δημόσια οικονομικά. Αυτή τη στιγμή ο κατώτατος μισθός σε δωδεκάμηνη βάση είναι 773,5 ευρώ και σχεδόν ταυτίζεται με τον «κατώτατο» μισθό του Δημοσίου (ΜΚ1 για ΥΕ κατηγορία), που είναι 780 ευρώ.

ΙΝΕ-ΓΣΕΕ: Προτείνει άμεση αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ και επαναφορά της διαπραγμάτευσης των μισθολογικών αυξήσεων στο τραπέζι εργοδοτών και εργαζομένων.

ΟΑΕΔ: Για κάθε 1% αύξησης των κατώτατων ορίων μισθού και ημερομισθίου οι δαπάνες για τα επιδόματα αυξάνονται κατά 14,7 εκατ. ευρώ, αναφέρει ο ΟΑΕΔ και προτείνει ότι «η οποιαδήποτε αύξηση του κατώτατου μισθού θα πρέπει να συνδυαστεί με τις μεταβολές του ΑΕΠ και του δείκτη τιμών του καταναλωτή».

Πορίσματα στατιστικών δεδομένων κατέθεσαν η ΕΛ.ΣΤΑΤ. και ο ΟΜΕΔ χωρίς πρόταση για αύξηση.