Ελληνικό γιαούρτι

Ελληνικό γιαούρτι: Οι μεγάλες πολυεθνικές του εξωτερικού βυθίζουν το ελληνικό γιαούρτι, παρά τις προσπάθειες της εγχώριας βιομηχανίας. Τα αποκαλυπτικά στοιχεία δείχνουν το μέγεθος της ζημιάς και τις επιπτώσεις στο μέλλον. Όλες οι εξελίξεις στο xristika.gr.

Και κάπως έτσι χάνεται και η μάχη για το ελληνικό γιαούρτι. Μπορεί το ελληνικό γιαούρτι να αποτελεί εδώ και πάνω από μια δεκαετία ένα παγκόσμιο διατροφικό trend -αυτό οφείλεται κυρίως στη δουλειά που έχει κάνει η ΦΑΓΕ στο εξωτερικό εδώ και δεκαετίες και στη δικαστική διαμάχη που κέρδισε στο Ηνωμένο Βασίλειο κόντρα στον Chobani για την προστασία του προϊόντος- όμως τα καλά νέα σταματούν εδώ.

Οι ελληνικές εξαγωγές προϊόντων γιαουρτιού περιορίζονται στα 204 εκατ. ευρώ (πηγή: ΕΛΣΤΑΤ για το 2020), -τα 136 εκατ. ευρώ αφορούν εξαγωγές σε χώρες της ΕΕ των 27 και τα 68 εκατ. ευρώ σε τρίτες χώρες- όταν ο παγκόσμιος τζίρος των προϊόντων γιαούρτης “ελληνικού τύπου” είναι κάποια δισεκατομμύρια δολάρια.

H Allied Market Research αποτίμησε το μέγεθος της αγοράς γιαούρτης ελληνικού τύπου στα 7,2 δισ. δολ. για το 2019 και εκτιμά ότι θα ξεπεράσει τα 11,2 δισ. δολ. έως το 2027, καταγράφοντας ετήσια ανάπτυξη 10,9% από το 2020 έως το 2027.

Στην γηραιά Ήπειρο, η συμβουλευτική εταιρεία Mordor Intelligence, εκτιμά πως η αγορά του ελληνικού και “ελληνικού τύπου” γιαουρτιού θα συνεχίσει να αναπτύσσεται έως το 2024 με ετήσιο ρυθμό 8%.

Στη Γερμανία που αποτελεί μια σημαντική αγορά για τα προϊόντα γιαούρτης -η αξία της αγοράς αποτιμήθηκε από τη Euromonitor στα 2,678 δις ευρώ το 2018 και αναμένεται να αγγίξει τα 3 δις ευρώ το 2023- οι εξαγωγές ελληνικού γιαουρτιού άγγιξαν πέρυσι μόλις τα 7,93 εκατ. ευρώ, από 7,88 εκατ. ευρώ το 2019, 8 εκατ. ευρώ το 2018, 6,8 εκατ. ευρώ το 2017 και 6,5 εκατ. ευρώ το 2016. Δηλαδή σε βάθος πενταετίας οι εξαγωγές ελληνικού γιαουρτιού αυξήθηκαν κατά 21%.

Ωστόσο, όπως αναφέρεται σε σχετική έκθεση του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της Ελληνικής Πρεσβείας στο Μόναχο, η σχετική αξία των εξαγωγών αυτών (αξία/ποσότητα) ακολουθεί αντίστροφη πορεία.

Η πορεία της σχετικής αξίας καταγράφει πτώση -12,9% από 2,32 €/κιλό το 2011 σε 2,02 €/κιλό το 2020. Αντίθετα, η σχετική αξία των εισαγωγών της Γερμανίας από άλλες χώρες κράτη μέλη της Ευρωζώνης αυξήθηκε από 1,06 €/κιλό το 2011 σε 1,19 €/κιλό πέρυσι (+12,2%).

Και αυτή δεν είναι η μοναδική κακή είδηση. Η Γερμανία εισήγαγε πέρυσι προϊόντα της κατηγορίας CN 040310 συνολικής αξίας 126,31 εκατ. ευρώ.

Οι μεγαλύτερες εισαγωγές έγιναν από το Βέλγιο (40,9 εκατ. ευρώ), την Αυστρία με 34 εκατ. ευρώ, το Λουξεμβούργο με 18,19 εκατ. ευρώ, και την Ελλάδα.

Όμως χώρες όπως η Ισπανία, η Ελβετία και το Ηνωμένο Βασίλειο καταγράφουν την τελευταία πενταετία σημαντική αύξηση της διείσδυσης τους στη Γερμανική αγορά.

Επιπλέον η Γερμανία αποτελεί την πρώτη χώρα παραγωγό (ακολουθούμενη από τις Γαλλία και Ισπανία) αλλά και τον πρώτο καταναλωτή γιαουρτιού στην Ευρώπη. Η κατά κεφαλήν κατανάλωση προϊόντων γιαύρτης στη Γερμανία αγγίζει τα 15 κιλά, εκ των οποίων σχεδόν το ήμισυ αφορά σε φυσικό γιαούρτι (Naturjoghurt) -το ελληνικό γιαούρτι αποτέλεσε βασικό μοχλό ανάπτυξης της κατηγορίας του φυσικού γιαουρτιού (Naturjoghurt) στη γερμανική αγορά- και το υπόλοιπο σε προϊόντα γιαουρτιού με πρόσθετα συστατικά (ζάχαρη, φρούτα, κ.λπ.).

Στις μεγάλες αλυσίδες τροφίμων στο Μόναχο τα ανωτέρω γιαούρτια μαζί με τα εισαγόμενα από την Ελλάδα προϊόντα αποτελούν τουλάχιστον το 1⁄4 των κωδικών γιαουρτιού που διατίθενται στα εκάστοτε σημεία πώλησης τους.

Τη μερίδα του λέοντος ελέγχουν πολυεθνικές και Γερμανικές γαλακτοβιομηχανίες που ενέταξαν στον κατάλογο των προϊόντων τους γιαούρτια “ελληνικού τύπου” που παράγονται στη Γερμανία, με σκοπό την απόκτηση μεριδίου της συγκεκριμένης αγοράς.

Όλα τα παραγόμενα εκτός Ελλάδας γιαούρτια “ελληνικού τύπου” φέρουν σύμβολα, εικαστικές παραστάσεις, λεκτικούς συνειρμούς και φωτογραφίες που παραπέμπουν ευθέως στην Ελλάδα.

Στο πλαίσιο του αυξημένου ανταγωνισμού, σύμφωνα με τον ΟΕΥ, παρατηρούνται συχνά φαινόμενα “παραπλάνησης” των καταναλωτών, τα οποία βλέπουν το φως της δημοσιότητας από έρευνες που διεξάγουν οι ισχυρές καταναλωτικές ενώσεις στη Γερμανία.

Σημειώνεται επίσης πως η Γερμανία είναι η πρώτη σε παραγωγή προϊόντων γάλακτος που έχουν υποστεί ζύμωση (γιαούρτι και ξινόγαλα) στην ΕΕ27 το 2020 με 1.829 kt (23,47% επί των συνολικών παραχθέντων ποσοτήτων στην ΕΕ27), ενώ ακολουθεί η Γαλλία, η Ισπανία, η Πολωνία και η Ολλανδία.

Η Ελλάδα βρίσκεται στην 10η θέση με 226.350 χιλιάδες τόνους και μερίδιο 2,9%. Ενώ όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία της τελευταίας δεκαετίας, οι εξαγωγές προϊόντων γιαούρτης της Γερμανίας έχουν αναπτυχθεί σε σημαντικό βαθμό από 384 εκατ. ευρώ το 2011 σε 562 εκατ. ευρώ το 2020 (αύξηση +46%).

Δηλαδή οι Γερμανικές εξαγωγές προϊόντων που έχουν υποστεί ζύμωση είναι πολλαπλάσιες από τις Ελλάδας.

Σχετικά με τη θέση του ελληνικού γιαουρτιού σε άλλες σημαντικές αγορές της ΕΕ. η Ιταλία εισήγαγε πέρυσι ελληνικό γιαούρτι αξίας 83,4 εκατ. ευρώ, το Ηνωμένο Βασίλειο 56 εκατ. ευρώ, η Γαλλία ελληνικό γιαούρτι αξίας 12,65 εκατ. ευρώ και η Αυστρία 6,87 εκατ. ευρώ.

Ελληνικό γιαούρτι: O «λευκός χρυσός» χάνεται…

Συνολικά, σε 28,56 εκατ. ευρώ ανήλθαν οι πωλήσεις της βιομηχανίας γάλακτος ΚΡΙ-ΚΡΙ το πρώτο τρίμηνο 2021 έναντι 27,45 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο περυσινό τρίμηνο, αυξημένες κατά 4%.

Τα λειτουργικά κέρδη (EBITDA) ανήλθαν σε 4,53 εκατ. ευρώ έναντι 4,48 εκατ. ευρώ το 2020. Τα κέρδη προ φόρων ανήλθαν σε 3,55 εκατ. ευρώ έναντι 3,55 εκατ. ευρώ το 2020. Τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους, ανήλθαν σε 2,82 εκατ. ευρώ έναντι 2,67 εκατ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2020.

Σύμφωνα με την εταιρεία, στον κλάδο του παγωτού, όπου το πρώτο τρίμηνο δεν είναι αντιπροσωπευτικό των ετήσιων αποτελεσμάτων λόγω της μεγάλης εποχικότητας, οι πωλήσεις εμφανίζουν αύξηση σε 3,4 εκατ. ευρώ από 2,4 εκατ. ευρώ το 2020 (αύξηση 40%).

Στη φετινή σεζόν, η άρση των περιοριστικών μέτρων που λήφθηκαν ως επακόλουθο της πανδημίας σε συνδυασμό με την αναμενόμενη αύξηση των τουριστικών ροών από το εξωτερικό, δημιουργούν προσδοκίες για ισχυρή ανάκαμψη.

Σε αυτό συνεπικουρούν και η επέκταση του δικτύου πωλήσεων με νέα σημεία μαζί με το λανσάρισμα νέων παγωτών.

Στην ελληνική αγορά γιαουρτιού, οι πωλήσεις της ΚΡΙ-ΚΡΙ εμφανίζουν μικρή μείωση 1,7%, αγγίζοντας τα 12,1 εκατ. ευρώ.

Σύμφωνα με την εταιρεία, η εξέλιξη αυτή εξηγείται, κυρίως, από την τρέχουσα κατάσταση στην εγχώρια αγορά, σε συνδυασμό με τα συγκρίσιμα περυσινά στοιχεία που είχαν επηρεαστεί θετικά από το lockdown του Μαρτίου 2020.

Το μερίδιο αγοράς των γιαουρτιών ΚΡΙ-ΚΡΙ διαμορφώνεται πλέον, σε 16,0% (έναντι 15,9% το α’ τρίμηνο 2020), διατηρώντας τη 2η θέση της αγοράς (στοιχεία IRI σε αξία, Ιαν.-Μαρ. 2021).

Στις αγορές του εξωτερικού, οι πωλήσεις παρουσιάζουν ανάπτυξη, συνολικά, +7,3%. Η αξία των εξαγωγών γιαουρτιού ξεπέρασε τα 13 εκατ. ευρώ, αγγίζοντας το 52% της δραστηριότητας των γαλακτοκομικών.

Επιχειρήσεις: Πώς η Κρι-Κρι… κατέκτησε 37 χώρες

Διψήφιο ρυθμό ανάπτυξης σημείωσε το 2020 η Κρι Κρι στην αγορά του γιαουρτιού και καθιερώθηκε ως ο μεγαλύτερος παραγωγός για την ελληνική αγορά με πάνω από 450 εργαζόμενους και 84 νέες προσλήψεις το 2020.

Η εταιρεία συνεχίζει να κατέχει τη δεύτερη θέση στις μάρκες γιαουρτιού, με μερίδιο 16,3%, ενώ στόχος παραμένει η κορυφή, όπως ανέφερε ο κ. Παναγιώτης Τσινάβος, πρόεδρος της σερραϊκής γαλακτοβιομηχανίας στο Συνέδριο Γιαουρτιού. Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε διαδικτυακά με τη συμμετοχή συνεργατών και αντιπροσώπων της εταιρείας από όλη την Ελλάδα. Ιδιαίτερα πετυχημένη ήταν η χρονιά και για τις εξαγωγές αφού η συμμετοχή των εξαγωγών στις πωλήσεις ανήλθε στο 43%, με την εταιρεία να έχει παρουσία σε 37 χώρες.

Το 2020 η εταιρεία ολοκλήρωσε σημαντικές επενδύσεις στο εργοστάσιό της, το οποίο είναι ένα από τα πλέον σύγχρονα εργοστάσια παραγωγής γιαουρτιού στην Ευρώπη. Συνολικά, οι επενδύσεις πενταετίας (2016-2020) της Κρι Κρι ανήλθαν στα 43 εκατ. ευρώ.

Το 2021 πρόκειται να υλοποιηθεί και η επένδυση σταθμού βιοαερίου και συμπαραγωγής ενέργειας και θερμότητας ισχύος 1MW, όπου το κόστος επένδυσης θα ανέλθει στα 5 εκατομμύρια. Στόχος είναι η πρόληψη της ρύπανσης, η μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων αλλά και η παραγωγή ΑΠΕ αξιοποιώντας τα απόβλητα που παράγει το εργοστάσιο.

Να σημειωθεί ότι το 2021 είναι μια ιδιαίτερα σημαντική χρονιά για την εταιρεία αφού φέτος συμπληρώνονται 30 χρόνια από την παραγωγή του πρώτου γιαουρτιού Κρι Κρι.

Ο κ. Τσινάβος επεσήμανε ότι η απόφαση για επένδυση στο γιαούρτι αποδείχθηκε ιδιαιτέρα επιτυχημένη, αφού σήμερα το 75% των εσόδων της εταιρείας προέρχεται από τη δραστηριότητα των γαλακτοκομικών και αποτέλεσε το όχημα για τη σημαντική της ανάπτυξη στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Κλείνοντας την ομιλία του, ο Παναγιώτης Τσινάβος δήλωσε σχετικά με τα μελλοντική πορεία του γιαουρτιού Κρι Κρι τόσο στην παγκόσμια όσο και στην ελληνική αγορά: «Το ελληνικό γιαούρτι είναι ένα από τα πιο ταχέως αναπτυσσόμενα προϊόντα παγκοσμίως, με μεγάλη οικονομική ανάπτυξη σε σχεδόν όλο τον κόσμο. Η Κρι Κρι σήμερα απευθύνεται σε μία τεράστια αγορά ελληνικού γιαουρτιού ύψους 6,5 δις παγκοσμίως και 3,5 δις στην Ευρώπη. Σήμερα στη χώρα μας είμαστε ο μεγαλύτερος παραγωγός για την ελληνική αγορά γιαουρτιού και η δεύτερη μάρκα γιαουρτιού. Διαθέτουμε μια υπερσύγχρονη παραγωγική μονάδα και πολύ μεγάλη πλέον τεχνογνωσία. Είμαστε σίγουροι ότι με τα νέα δεδομένα θα συνεχίσουμε ακόμη πιο δυναμικά.»

Επιχειρήσεις: Ο «κολοσσός» που… μπαίνει στα γαλακτοκομικά

Ως το χρονικό ενός προαναγγελθέντος deal μπορεί να προσδιοριστεί η ανακοίνωση για την εξαγορά της γαλακτοβιομηχανίας Δωδώνη από τη CVC Capital Partners VII (CVC Fund VII). Τα σχέδια του αμερικανικού fund που ενδιαφέρεται να γίνει leader στην Ελλάδα σε κάθε κλάδο που το ενδιαφέρει, είχαν διαφανεί από τότε που δρομολογούσε την εξαγορά της Vivartia.

Μετά την ολοκλήρωση του συγκεκριμένου deal, έβαλε μπροστά το σχέδιό της να γίνει κορυφαία δύναμη στον γαλακτοκομικό κλάδο, προσθέτοντας στο χαρτοφυλάκιό της, εκτός από τη Δέλτα Τροφίμων, και τη Δωδώνη, ενώ σειρά έχει πάρει ο Κολιός.

Nα σημειωθεί ακόμη ότι το αμερικανικό fund, μέσω της Vivartia, ελέγχει και ένα μετοχικό ποσοστό της τάξης του 43,2% στη Μεβγάλ.

Σχετικά με τις έως τώρα επενδύσεις του CVC στον κλάδο των τροφίμων, υπενθυμίζεται ότι για την Vivartia το τίμημα ανήλθε σε 175 εκατ. ευρώ, το οποίο αυξάνεται στα 600 εκατ. ευρώ συμπεριλαμβανομένου και του χρέους της επιχείρησης.

Για την Δωδώνη, πληροφορίες θέλουν το deal να κινήθηκε στα επίπεδα των 135 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 58 εκατ. αφορούν στον δανεισμό της γαλακτοβιομηχανίας και άλλα τόσα θα πάρει η SI Foods (μεγαλομετόχου της εταιρείας), η οποία παράλληλα θα διατηρήσει ένα 25%.

Αναφορικά με τα 20 εκατ. ευρώ που υπάρχουν στο ταμείο της Δωδώνη, αυτά εκτιμάται ότι θα κατευθυνθούν για την εξαγορά της Κολιός και το κλείσιμο των υποχρεώσεων της ηπειρώτικης γαλακτοβιομηχανίας για την Αγνό (πρόστιμα 11 εκατ. ευρώ).

Σχετικά με το τελευταίο deal, σημειώνεται από τις δύο πλευρές ότι Δέλτα και Δωδώνη έχουν συμπληρωματικές δραστηριότητες, προϊόντα και αγορές στις οποίες απευθύνονται και μπορούν να δημιουργηθούν σημαντικές συνέργειες.

Οι επόμενες κινήσεις του CVC έχουν να κάνουν  με την προσθήκη της Κολιός, κάτι το οποίο αναμένεται εκτός συνταρακτικού απροόπτου να ολοκληρωθεί σε λίγες εβδομάδες, ενώ ένα ακόμη δείγμα των προσπαθειών του fund για δημιουργία ενός πανίσχυρου σχήματος στον εγχώριο γαλακτοκομικό κλάδο, είναι και η τελευταία συνεργασία που ανακοίνωσε η Δέλτα με την Danone.

Θυμίζουμε ότι η Δέλτα ανέλαβε την παραγωγή προϊόντων στο εργοστάσιο της στον Άγιο Στέφανο του στραγγιστού γιαουρτιού με προβιοτικά Activia για λογαριασμό της γαλλικής Danone. Σύμφωνα με πληροφορίες, εξετάζεται συνεργασία και σε ευρύτερο προϊοντικό πλαίσιο, ωστόσο στη φάση αυτή θα δοκιμαστεί η πορεία του στραγγιστού της Activia και αναλόγως με αυτήν, αναμένεται να ακολουθήσουν και άλλα projects.

Με μεγάλο ενδιαφέρον αναμένονται και οι κινήσεις των άλλων μεγάλων παικτών του κλάδου, όπως είναι π.χ. τα Ελληνικά Γαλακτοκομεία (της οικογένειας Σαράντη), η Ήπειρος (μέλος της Optima, της οικογένειας Παντελιάδη) και η Κρι Κρι (της οικογένειας Τσινάβου), καθώς και τον ρόλο που θα διαδραματίσουν αλλά και άλλες γνωστές γαλακτοβιομηχανίες όπως είναι η La Farm, η Φάρμα Κουκάκη, η Όμηρος, η Εβροφάρμα κ.ά.

Γενικότερα για την CVC θυμίζουμε ότι ήδη έχει επενδύσει στην Ελλάδα περίπου 1,5-1,8 δισ. ευρώ καταφέρνοντας να γίνει leader στον κλάδο της Υγείας (Metropolitan, Υγεία, Ιασώ, Ιασώ General, Λητώ, Creta InterClinic, AlfaLab, Y-Logimed, Business Care) και των Ασφαλειών (Εθνική Ασφαλιστική), ενώ στις αξιοσημείωτες κινήσεις του είναι η απόκτηση πλειοψηφικών ή μεγάλων μειοψηφικών ποσοστών σε εταιρείες όπως το Skroutz (κορυφαία πλατφόρμα ηλεκτρονικού εμπορίου στην Ελλάδα) και την D-Marine Group (που εξαγόρασε από την τουρκική Dogus).