«Κόκκινα» δάνεια

«Κόκκινα» δάνεια: Νέα μεγάλη «ανάσα» σε χιλιάδες δανειολήπτες με «κόκκινα» δάνεια αναμένεται να δώσει ο δεύτερος κύκλος τιτλοποιήσεων, έπειτα από απόφαση της κυβέρνησης.

Την 1η Μαΐου 2021 ξεκινά ο “Ηρακλής ΙΙ”, με στόχο την περαιτέρω μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά 30 δισ. ευρώ έως τις 31 Δεκεμβρίου 2022. Η απόφαση για τον δεύτερο γύρο τιτλοποιήσεων ελήφθη σε κυβερνητικό επίπεδο, ενώ σε τελικό στάδιο βρίσκονται οι διαδικασίες για την τελική έγκριση από την Κομισιόν.

Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, έχουν ήδη ενημερωθεί οι τράπεζες και οι τέσσερις συστημικές έχουν εκδηλώσει το ενδιαφέρον τους, παρουσιάζοντας η καθεμία τα ποσά για τα οποία θα αιτηθούν. Ταυτόχρονα, έχει πραγματοποιηθεί ενημέρωση των επενδυτών, από όπου προκύπτει έντονο ενδιαφέρον, όπως και στον “Ηρακλή Ι”, σύμφωνα με την ίδια πηγή.

Οι συνολικές τιτλοποιήσεις «κόκκινων» δανείων (μη εξυπηρετούμενα δάνεια και μη εξυπηρετούμενα χρηματοοικονομικά ανοίγματα) θα ανέλθουν σε περίπου 30 δισ. ευρώ, εκ των οποίων το μεγαλύτερο μέρος, περίπου 13 δισ., θα αφορά την Τράπεζα Πειραιώς, ενώ, σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, τα υπόλοιπα 17 δισ. κατανέμονται σχεδόν ισόποσα στις υπόλοιπες τρεις συστημικές, δηλαδή Alpha Bank, Εθνική και Eurobank. Τα τελικά ποσά των τιτλοποιήσεων ανά τράπεζα δεν έχουν ακόμη αποφασιστεί με ακρίβεια.

«Κόκκινα» δάνεια: Ύψος τιτλοποιήσεων ανά τράπεζα

Ο τελικός υπολογισμός θα γίνει εντός των επόμενων εβδομάδων και σίγουρα αρκετά πριν από την 1η Μαΐου, λαμβάνοντας υπόψη τρεις βασικούς παράγοντες:

Ο πρώτος σχετίζεται με τις διαδικασίες τιτλοποίησης και πώλησης των “κόκκινων” δανείων σε funds από τον “Ηρακλή Ι”. Για παράδειγμα, η κρατική εγγύηση, η οποία έχει ήδη εγκριθεί εδώ και αρκετό καιρό για το senior κομμάτι των τιτλοποιήσεων Cairo της Eurobank, αναμένεται να δοθεί από το Δημόσιο εντός ημερών ή το αργότερο εντός Ιανουαρίου. Αυτό έχει να κάνει καθαρά με διαδικαστικά θέματα που απαιτούν χρόνο, αναφέρει πηγή που γνωρίζει τις διαδικασίες τιτλοποιήσεων.

Ο δεύτερος παράγοντας αφορά τα “κόκκινα” δάνεια που θα απομείνουν στις τράπεζες μετά τον “Ηρακλή Ι”, τη στρατηγική τους απόφαση για πιθανή διακράτηση κάποιου μέρους για ενεργητική διαχείριση και δημιουργία κεφαλαιακού buffer (και μέσω των τραπεζικών μετασχηματισμών).

Ο τρίτος παράγοντας περιλαμβάνει το αναγκαίο κομμάτι που πρέπει να τιτλοποιηθεί στο πλαίσιο του “Ηρακλή ΙΙ”, ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι της Κομισιόν για ποσοστά “κόκκινων” δανείων κάτω του 5% των συνολικών χορηγήσεων το 2022. Σε αυτό καθοριστικό ρόλο θα παίξει και η αναμενόμενη νέα γενιά μη εξυπηρετούμενων δανείων λόγω της πανδημίας, τα οποία, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, ίσως ξεπεράσουν τα 8 με 10 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, ανάλογα με τη σύνθεση και το ύψος του χαρτοφυλακίου “κόκκινων” δανείων που θα έχουν διαμορφωθεί εν όψει “Ηρακλή ΙΙ”, οι τράπεζες θα αποφασίσουν και θα ανακοινώσουν τα τελικά μεγέθη των τιτλοποιήσεων.

Ένας ακόμα τεχνικός παράγοντας σχετίζεται με την ποιότητα του κάθε δανείου και το πακετάρισμα ανάλογα με τη διαβάθμισή του (senior, mezzanine και junior, δηλαδή υψηλής, μεσαίας και χαμηλής διαβάθμισης). Αυτό είναι κρίσιμο για τις αποτιμήσεις αλλά και για τον υπολογισμό των senior τιτλοποιημένων δανείων που θα καλύπτονται με εγγύηση του Δημοσίου. Επομένως, και το τελικό μέγεθος των κρατικών εγγυήσεων για τον “Ηρακλή ΙΙ” θα εξαρτηθεί από τις αποτιμήσεις και το ύψος των senior τίτλων των τεσσάρων συστημικών τραπεζών. Πάντως, σύμφωνα με εκτιμήσεις από κυβερνητικές πηγές, το νέο ποσό των εγγυήσεων αναμένεται να κυμανθεί κοντά στα επίπεδα του “Ηρακλή Ι”, δηλαδή γύρω στα 10 δισ. ευρώ.

Επιπλέον, υπάρχει και το θέμα της δημιουργίας κεφαλαιακού buffer μέσα από τους εν εξελίξει τραπεζικούς μετασχηματισμούς (εκτιμάται περίπου σε 4 δισ. συνολικά, δηλαδή 1 δισ. ευρώ για κάθε συστημική τράπεζα), αλλά και ενέργειες που θα πραγματοποιήσουν οι ίδιες οι τράπεζες στο πλαίσιο της κεφαλαιακής τους ενίσχυσης.

«Κόκκινα» δάνεια: Μετά τον “Ηρακλή”

Σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη και κυβερνητικές πηγές, η ολοκλήρωση του πρώτου προγράμματος τιτλοποιήσεων με τον “Ηρακλή” θα διαμορφώσει τα “κόκκινα” δάνεια σε μονοψήφια ποσοστά ως προς το σύνολο των χορηγήσεων εντός του 2021. Με τον “Ηρακλή ΙΙ” θεωρείται επιτεύξιμος πλέον ο στόχος που έχει τεθεί από την Ε.Ε. για ποσοστά “κόκκινων” δανείων κάτω του 5% το 2022. Επίσης, ο “Ηρακλής ΙΙ” ήταν απαραίτητος στο πλαίσιο της προσωρινής κρατικοποίησης, εξυγίανσης και επανιδιωτικοποίησης της Τράπεζας Πειραιώς.

Μολονότι ο “Ηρακλής” βοήθησε τις τράπεζες να μειώσουν τα “κόκκινα” δάνεια μέσω τιτλοποιήσεων, τόσο η Κομισιόν όσο και η Τράπεζα της Ελλάδος θεωρούν ότι θα πρέπει να δοθεί ταυτόχρονα έμφαση στην ποιότητα των κεφαλαίων των τραπεζών, την υιοθέτηση πιο γρήγορων διαδικασιών μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων και την καλύτερη διαχείριση των κρατικών ενισχύσεων.

Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, στους πρώτους εννέα μήνες του 2020 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μειώθηκαν κατά 9,8 δισ. ευρώ συγκριτικά με το τέλος Δεκεμβρίου 2019 και κατά περίπου 48,5 δισ. ευρώ έναντι του Μαρτίου του 2016, οπότε είχε καταγραφεί και το υψηλότερο επίπεδο. Η υποχώρηση του αποθέματος των “κόκκινων” δανείων κατά τη διάρκεια του 2020 οφείλεται κυρίως σε πωλήσεις δανείων ύψους 6,8 δισ. ευρώ και σε διαγραφές ύψους 1,7 δισ. ευρώ και λιγότερο σε εισπράξεις μέσω ενεργητικής διαχείρισης (αναδιαρθρώσεις, ρυθμίσεις, είσπραξη οφειλών, ρευστοποίηση εξασφαλίσεων). Έτσι, ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων δανείων προς το σύνολο των δανείων παρέμεινε υψηλός (35,8%) τον Σεπτέμβριο του 2020. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, στο τέλος Ιουνίου 2020 ο αντίστοιχος δείκτης ανήλθε σε 2,9% (όσο και το αντίστοιχο μέγεθος για τις τράπεζες που εποπτεύονται από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό).

«Κόκκινα» δάνεια: To σχέδιο για “bad bank”

Τράπεζα της Ελλάδος, Κομισιόν, ΕΚΤ και SSM προκρίνουν τη δημιουργία ενός εθνικού δικτύου “κακών τραπεζών” με στόχο την ταχύτερη μείωση των “κόκκινων” δανείων, τη δημιουργία υπεραξίας από τη διαχείριση του ενεργητικού, τη βελτίωση της ποιότητας των κεφαλαίων των τραπεζών, τη μείωση της αναβαλλόμενης φορολογίας και τη διαχείριση των κρατικών ενισχύσεων σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές οδηγίες.

Με την ποιότητα των κεφαλαίων συμφωνεί και το ΔΝΤ, το οποίο μάλιστα υπολόγισε ότι, μολονότι ο “Ηρακλής” λειτούργησε, πρόκειται για μια διαδικασία που “καίει” κεφάλαια και ταυτόχρονα αυξάνει τις απαιτήσεις από αναβαλλόμενη φορολογία στο 60% των κεφαλαίων τους. Επίσης, πηγές της αγοράς προσθέτουν ότι ο “Ηρακλής” είναι αποτελεσματικός στις τιτλοποιήσεις, αλλά είναι κοστοβόρος (“καίει κεφάλαια upfront”) και χρονοβόρος, υπό την έννοια ότι αργούν οι απαιτούμενες διαδικασίες που ξεκινούν από το πακετάρισμα των δανείων, τις αποτιμήσεις, την ενημέρωση των επενδυτών, την αποδοχή προσφορών, τη μεταβίβαση, την έναρξη αποπληρωμών και ενεργοποίησης της κρατικής εγγύησης. Με αυτό συμφωνεί και η Κομισιόν και, για τον λόγο αυτό, προτρέπει τα κράτη-μέλη στη δημιουργία “κακών τραπεζών” −συμβατών με τις ευρωπαϊκές οδηγίες− και στη δημιουργία ενός πανευρωπαϊκού κόμβου δεδομένων ώστε να επισπεύδεται η ενημέρωση των επενδυτών, να υπάρχει συνεχής ενημέρωση για τις αποτιμήσεις, τους κινδύνους, τα δάνεια και να γίνεται ταυτόχρονα αποτελεσματικότερη εποπτεία, όπως έχει ήδη αναφέρει το “Κ” στο φύλλο στις 13 Δεκεμβρίου 2020 και το Capital.gr στις 21 και 22 Δεκεμβρίου, αναφορικά με τις παροτρύνσεις των ευρωπαϊκών Αρχών για επίσπευση δημιουργίας “κακών τραπεζών”, κατά τα πρότυπα του σχεδίου της Τράπεζας της Ελλάδος, και της δημιουργίας ευρωπαϊκού κόμβου δεδομένων.

«Κόκκινα» δάνεια:Η πρόταση της ΤτΕ

Ήδη ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, κ. Γιάννης Στουρνάρας, έχει παρουσιάσει το σχέδιο για την “κακή τράπεζα” στην κυβέρνηση, σε όλα τα ευρωπαϊκά όργανα, το ΔΝΤ και τους τραπεζίτες. Κυβερνητικές πηγές ανέφεραν ότι είναι ανοιχτές σε όλες τις προτάσεις και ότι η “κακή τράπεζα” θα εξεταστεί από το υπ. Οικονομικών και την κυβέρνηση λαμβάνοντας ως κριτήρια τις ευρωπαϊκές οδηγίες αλλά και τις τελευταίες έντονες παροτρύνσεις της Κομισιόν και των υπόλοιπων ευρωπαϊκών Αρχών. Ωστόσο, οι ίδιες πηγές επεσήμαναν ότι η τελική απόφαση θα ληφθεί σε επίπεδο κυβέρνησης.

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η ελληνική “bad bank” που προτείνει θα μπορούσε να ξεκινήσει εντός του 2021, μαζί με τις τιτλοποιήσεις “κόκκινων” δανείων του προγράμματος “Ηρακλής”. Η προτεινόμενη “bad bank” μπορεί να απορροφήσει “κόκκινα” δάνεια ύψους 40 δισ. ευρώ και ταυτόχρονα να μειώσει τις απαιτήσεις από αναβαλλόμενη φορολογία στα κεφάλαια των τραπεζών, που ανέρχεται σήμερα γύρω στο 60%-65% του κοινού κεφαλαίου (CET 1). Επίσης, προβλέπει υπεραξίες που δημιουργούνται από τη διαχείριση, παραπέμποντας στα θετικά αποτελέσματα άλλων εθνικών “κακών τραπεζών”, όπως στην Ιρλανδία, και στον σταθεροποιητικό τους ρόλο στην προηγούμενη χρηματοπιστωτική καταιγίδα.

Η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος κινείται στους παρακάτω άξονες:

– Προκρίνει τη μεταφορά σε ποσοστό μέχρι το 100% του υφιστάμενου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), καθώς και των νέων ΜΕΔ που θα προκύψουν μετά το πέρας της πανδημίας, στην “κακή τράπεζα” (Asset Management Company ή AMC).

– Αξιοποιεί τις υφιστάμενες υποδομές των τραπεζών και τη συμμετοχή τρίτων μερών στους τομείς διαχείρισης των ΜΕΔ, δεδομένου ότι προβλέπει τη μεταφορά των υφιστάμενων σχέσεων παράλληλα με το απόθεμα ΜΕΔ στην AMC.

– Επιτρέπει την κατάρτιση συναλλαγών τιτλοποιήσεων αμιγώς με όρους αγοράς με τη διάθεση του μεγαλύτερου τμήματος των υπό έκδοση τίτλων σε επενδυτές, επιταχύνοντας την εξυγίανση των τραπεζών.

– Διαφοροποιεί τις πηγές εσόδων της αποζημίωσης που λαμβάνει το ελληνικό Δημόσιο, σε αντιστάθμιση για τη χορήγηση εγγύησης. Πρωτίστως, με τη μορφή φορολογικών εσόδων σχετιζόμενων με το ύψος της ονομαστικής αξίας των υπό μεταφορά ΜΕΔ προς την AMC. Δευτερευόντως, με ταμειακή μορφή μέσω ενός σταθερού επιτοκιακού εσόδου υπολογισμένου επί του ποσού της ονομαστικής χορηγηθείσας εγγύησης και, τέλος, με τη μορφή τίτλων από τις τιτλοποιήσεις. Αυτή η πηγή εσόδων αποσκοπεί στη λήψη από το Δημόσιο της όποιας πιθανής υπεραξίας από την υπεραπόδοση στο επίπεδο του ποσοστού εισπράξεων (collection rate) των τιτλοποιημένων απαιτήσεων.

– Προσδιορίζει ότι οι ενδεχόμενες ζημίες που σχετίζονται με το υφιστάμενο απόθεμα ΜΕΔ καταλογίζονται στις τράπεζες και καλύπτονται αποκλειστικά από αυτές και όχι από τον Έλληνα φορολογούμενο.

– Αναλώνει, για την εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών, το τμήμα των εποπτικών τους κεφαλαίων το οποίο αφορά αποκλειστικά και μόνο την αναβαλλόμενη οριστική και εκκαθαρισμένη φορολογική απαίτηση (DTC) με την ενεργοποίηση μηχανισμού συμψηφισμού με ενδεχόμενες ζημίες, και όχι το τμήμα των λοιπών στοιχείων του Δείκτη Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών Κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 – CET1).

– Διευκολύνει το τραπεζικό σύστημα με τη χορήγηση της δυνατότητας σταδιακής καταβολής του κόστους εξυγίανσης σε βάθος πενταετίας, δίνοντας τον απαραίτητο χρόνο ώστε να διαμορφωθεί ένας ομαλός οδικός χάρτης επαναφοράς σε διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και συνεπώς και λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος.

– Απελευθερώνει χρηματοδοτικούς και φυσικούς πόρους, είτε αυτοί σχετίζονται με εμπράγματες εξασφαλίσεις, που θα αξιοποιηθούν από βιώσιμες οικονομικές μονάδες, είτε μέσω της αναδιανομής πόρων από τον τραπεζικό τομέα στο πλαίσιο της ενίσχυσης των αναπτυξιακών τάσεων της πραγματικής οικονομίας.
Η πρόταση, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, αποσκοπεί στη διαμόρφωση μιας συνολικής στρατηγικής για τον τραπεζικό κλάδο, προκειμένου να επιτύχει ταυτόχρονα μια σειρά από επιμέρους στόχους:

– Την οριστική και ταυτόχρονη διευθέτηση των προβλημάτων που απορρέουν από την ύπαρξη ενός υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) και της αναβαλλόμενης οριστικής και εκκαθαρισμένης φορολογικής απαίτησης (DTC), η οποία αποτελεί μακράν το μεγαλύτερο ποσοστό των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών.

– Την ενίσχυση της οργανικής κερδοφορίας, προκειμένου οι τράπεζες να μπορούν να παράγουν εσωτερικά κεφάλαιο σε διατηρήσιμη βάση.

– Την αποφυγή αδικαιολόγητης απίσχνανσης (undue dilution) των υφιστάμενων μετόχων, ώστε να υπάρχουν ουσιαστικά κίνητρα συμμετοχής τους σε ενδεχόμενες μελλοντικές αυξήσεις κεφαλαίου.

– Την αποφυγή χρήσης κρατικών ενισχύσεων, ώστε αφενός μεν να περιοριστεί ο ηθικός κίνδυνος (moral hazard), αφετέρου δε να ενισχυθεί περαιτέρω η χρηματοπιστωτική σταθερότητα με τη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών.

– Τη διαμόρφωση συνθηκών πλήρους διαφάνειας για την ορθή απεικόνιση των υφιστάμενων και μελλοντικών ζημιών των δανειακών χαρτοφυλακίων των τραπεζών.

– Τον επαναπροσδιορισμό του επιχειρηματικού μοντέλου των τραπεζών, προκειμένου να παρουσιαστεί μια ελκυστική επενδυτική πρόταση.

Σημειώνεται ότι είναι αυτοχρηματοδοτούμενη και δεν τίθεται θέμα κρατικών ενισχύσεων και δεν αντιβαίνει εναντίον άλλων ευρωπαϊκών οδηγιών ή δημιουργεί η ύπαρξή της επιπλέον κόστος και κινδύνους στους φορολογούμενους, μετόχους και καταθέτες. Αντιθέτως, σύμφωνα με την ΤτΕ, η πρόταση είναι συμβατή και αποσκοπεί στη μείωση του κόστους και των κινδύνων για φορολογούμενους, μετόχους και καταθέτες.

«Κόκκινα» δάνεια: Παράλληλες ενέργειες

Ταυτόχρονα, η κάθε τράπεζα ακολουθεί τον δικό της στρατηγικό σχεδιασμό, σύμφωνα με τα business plans σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Αυτά τα σχέδια περιλαμβάνουν μικρές και μεγάλες κινήσεις, οι οποίες στο σύνολό τους διαμορφώνουν διαφορετικά δεδομένα για κάθε τράπεζα. Σε αυτά η μετοχική σύνθεση και οι αποφάσεις για τις συμμετοχές τους και τις θυγατρικές τους παίζουν σημαντικό ρόλο.

Ενδεικτικά αναφέρεται το swap ομολόγων (όπως ανακοίνωσε πρόσφατα η Eurobank) ή άλλες ενέργειες στο πλαίσιο του τραπεζικού μετασχηματισμού, όπως η τιτλοποίηση εξυπηρετούμενων (“πράσινων”) δανείων (π.χ. Πειραιώς). Άλλες ενέργειες σχετίζονται με τα στρατηγικά πλάνα, όπως, για παράδειγμα, της Εθνικής Τράπεζας με την ονομασία “Τράπεζα της Πρώτης Επιλογής”, της Alpha Bank, όπου μόλις ολοκληρώθηκε ο μετασχηματισμός και το σχέδιο αναδιοργάνωσης και προχωρά στη δεύτερη φάση του σχεδιασμού της, ή της Eurobank με την κωδική ονομασία “Eurobank of 2030”.

Σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι στρατηγικές αποφάσεις των μετόχων και των διοικήσεων, τα business plans των εταιρειών συμμετοχών, οι αποφάσεις για τη δραστηριότητα των θυγατρικών τους εντός και εκτός Ελλάδος και οι εσωτερικές επενδύσεις σε δομές, ψηφιακό μετασχηματισμό και διαχείριση των ανθρώπινων πόρων για τη δημιουργία υπεραξιών. Ακόμα, καθοριστικό παράγοντα αποτελεί η εξέλιξη του σχεδίου της επανιδιωτικοποίηση της Τράπεζας Πειραιώς, καθώς τώρα το Δημόσιο κατέχει το 61,3% των μετοχών. Το κυβερνητικό σχέδιο της προσωρινής κρατικοποίησης προέβλεπε την εξυγίανση με νέα τιτλοποίηση “κόκκινων” δανείων 13 δισ. με τον “Ηρακλή ΙΙ” (πέραν των 7 δισ. του “Ηρακλή Ι”) και την επανιδιωτικοποίηση. Υπενθυμίζεται ότι η κρατικοποίηση της Πειραιώς έγινε τον περασμένο Νοέμβριο, όταν οι ευρωπαϊκές Αρχές προτίμησαν τη μετατροπή των CoCos αξίας 2 δισ. ευρώ, που είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης του 2015, σε μετοχές.

Διαβάστε όλα τα νέα στο topics.gr