Εφορία

Εφορία: Πολύ άσχημα επιφυλάσσει, για ακόμη μια φορά, η Εφορία καθώς βάζει… χαράτσι σε όσους έχουν κοινό λογαριασμό με τους γονείς ή τα παιδιά τους!

Την επιβολή φόρου δωρεάς σε φορολογούμενο, για ανάληψη ποσών από κοινό λογαριασμό με τη μητέρα του καταλόγισε η Εφορία και μάλιστα ο φόρος επικυρώθηκε από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών.

Η υπόθεση αυτή αφορά εκατομμύρια φορολογούμενους που έχουν κοινό τραπεζικό λογαριασμό με τους γονείς τους ή γονείς με τα παιδιά τους, καθώς όπως αποδεικνύεται ανά πάσα στιγμή κινδυνεύουν να μπλέξουν σε περιπέτειες με την Εφορία.

Στην περίπτωση που το «Ειδικό Λογισμικό Αυτοματοποιημένου Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας» της ΑΑΔΕ εντοπίσει μια μεγάλη ανάληψη από συνδικαιούχο του λογαριασμού. Επίσης σε κάθε κίνηση μεταξύ των τραπεζικών λογαριασμών που θεωρείται «ύποπτη» για τις φορολογικές αρχές, οι ελεγκτές ζητούν και λαμβάνουν πρόσθετα στοιχεία, από το «Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών», που αφορούν στις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του ελεγχόμενου, για μια πενταετία πίσω, που δεν έχουν παραγραφεί οι συγκεκριμένες κινήσεις.

Κατόπιν ο καταθέτης – φορολογούμενος καλείται για εξηγήσεις στην Εφορία και για εξονυχιστικό φορολογικό έλεγχο, ενώ θα πρέπει να δικαιολογήσει και την παραμικρή κίνηση των τραπεζικών του λογαριασμών.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, ο έλεγχος των τραπεζικών λογαριασμών εντόπισε φορολογούμενη, η οποία το 2010, άντλησε από κοινό λογαριασμό με τη μητέρα της το ποσό των 16.000 ευρώ.

Κατόπιν, αγόρασε ένα αγροτεμάχιο αξίας 20.000 ευρώ, για το οποίο πλήρωσε φόρος μεταβίβασης και νόμισε ότι είχε ξεμπερδέψει.

Σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, το 2020, διενεργήθηκε έλεγχος και διαπίστωσε ότι ένα σημαντικό ποσό προήλθε από τον κοινό λογαριασμό που τηρούσε με τη μητέρα της, στον οποίο κατέθεταν και οι δύο χρήματα.

Για το ποσό των 16.000 ευρώ, η Εφορία της επέβαλε φόρο δωρεάς, ύψους 1.600 ευρώ (16.000 Χ 10%), καθώς και πρόστιμα και προσαυξήσεις ύψους 1.605,92 ευρώ, με αποτέλεσμα το συνολικό καταλογιζόμενο ποσό να φτάσει σε 3.205,92 ευρώ.

Η φορολογούμενη προσέφυγε στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, αλλά έχασε την υπόθεση και επικυρώθηκε το πρόστιμο.

Εφορία: Πότε φορολογούνται οι αναλήψεις από κοινό λογαριασμό

Σύμφωνα με το σκεπτικό της ΔΕΔ, το οποίο έχει ευρύτερη εφαρμογή, «τα χρήματα που αναλαμβάνονται από τέκνο από κοινό λογαριασμό Τράπεζας δεν υπόκεινται σε φορολογία, όμως όταν εμφανισθούν αξιοποιούμενα δηλαδή αγορασθεί με αυτά ακίνητο, θα πρέπει να φορολογηθούν, γιατί λαμβάνει χώρα άτυπη δωρεά η οποία φορολογείται αυτοτελώς».

Με βάση την ισχύουσα νομοθεσία η αιτία δωρεάς ή γονικής παροχής κτήση χρηματικών ποσών υπόκειται σε φόρο, ο οποίος υπολογίζεται αυτοτελώς με συντελεστή:

  • δέκα τοις εκατό (10%), προκειμένου για δικαιούχους που υπάγονται στην Α’ κατηγορία (πχ σύζυγος, τέκνα, εγγόνια κα),
  • είκοσι τοις εκατό (20%) προκειμένου για δικαιούχους που υπάγονται στη Β’ κατηγορία (πχ οι κατιόντες εξ αίματος τρίτου και επόμενων βαθμών όπως δισέγγονα κα, ή οι ανιόντες εξ αίματος δεύτερου και επόμενων βαθμών όπως παππούδες, προπαππούδες
  • σαράντα τοις εκατό (40%), προκειμένου για δικαιούχους που υπάγονται στη Γ’ κατηγορία (οποιοσδήποτε άλλος εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγενής ή εξωτικός).

Εφορία: Γεύμα 40 ευρώ έφερε λογαριασμό 53.000 ευρώ από την Εφορία!

Μια αδικαιολόγητη δαπάνη για ένα γεύμα αξίας μόλις 40 ευρώ, που καταχωρήθηκε στα βιβλία μιας επιχείρησης το 2013, προκάλεσε εξονυχιστικό φορολογικό έλεγχο, ο οποίος επεκτάθηκε σε τέσσερα φορολογικά έτη και φυσικά και στις τραπεζικές καταθέσεις.

Το αποτέλεσμα του ελέγχου ήταν η επιβολή αναδρομικών φόρων και προστίμων ύψους 53.000 ευρώ!

Σύμφωνα με απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ, από τον έλεγχο των τηρουμένων βιβλίων της ελεγχόμενης ατομικής επιχείρησης, που διενήργησε το Κέντρο Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου (ΚΕΦΟΜΕΠ) καταλόγισε λογιστικές διαφορές ύψους 40,00 ευρώ, ποσό που αφορά σε δαπάνη εστιατορίου, η οποία κρίθηκε μη παραγωγική, κατά τις διατάξεις του άρθρου 31, παρ. 1 Ν. 2238/1994, καθότι δεν συνδέεται με την ασκούμενη δραστηριότητα της επιχείρησης και δεν πραγματοποιήθηκε για το συμφέρον αυτής.

Η συγκεκριμένη δαπάνη αφορούσε σε γεύμα με συνεργάτη της ατομικής επιχείρησης του προσφεύγοντος, το έτος 2013, αλλά δεν αναγνωρίστηκε από τον έλεγχο και καταλογίστηκε ως «λογιστική διαφορά».

Η ΔΕΔ εξηγεί, ότι «η εν λόγω δαπάνη θεωρείται μη παραγωγική, ανεξάρτητα εάν έλαβε χώρα με σκοπό τη συζήτηση επαγγελματικών ζητημάτων. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος, ότι η εν λόγω δαπάνη είναι εκπεστέα από τα ακαθάριστα έσοδα, δεν μπορεί να γίνει δεκτός».

Το κακό για τον ελεγχόμενο θα ήταν ελάχιστο, εάν η υπόθεση έμενε στη δαπάνη των 40 ευρώ. Αντίθετα, αποτέλεσε αφορμή διεξαγωγής εξονυχιστικού φορολογικού ελέγχου, ο οποίος επεκτάθηκε και στα επόμενα τρία χρόνια και κάλυψε συνολικά τα έτη 2013, 2014, 2015 και 2016.

Παράλληλα, ανοίχτηκαν οι τραπεζικοί λογαριασμοί των προσώπων, στα οποία ανήκει η εταιρεία και τα καταλογιζόμενα ποσά αυξήθηκαν θεαματικά.

Τα στοιχεία που αντλήθηκαν από το Σύστημα Μητρώου Τραπεζικών Λογαριασμών, έδειξαν κινήσεις οι οποίες δεν δικαιολογούνταν από τα δηλωθέντα έσοδα της επιχείρησης, με αποτέλεσμα οι διαφορές, να καταλογιστούν ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 48, παρ.3 του Ν.2238/1994.

Σύμφωνα με την απόφαση της ΔΕΔ (1661/2020), που εκδόθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου, με τα ευρήματα του ελέγχου για τα τέσσερα φορολογικά έτη, 2013-2016 καταλογίστηκαν φόροι και πρόστιμα ύψους 53.000 ευρώ.

Όπως διευκρινίζει η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, η προσαύξηση της περιουσίας που προκύπτει από τον έλεγχο τραπεζικών λογαριασμών πρέπει να τεκμηριώνεται επαρκώς, καθόσον αναλήψεις / καταθέσεις μπορεί να αφορούν συναλλαγές-κινήσεις που δεν συνιστούν κατ’ ανάγκη φορολογητέο εισόδημα.

Περαιτέρω μεταφορές χρηματικών ποσών μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών εξετάζονται και διερευνάται ο λόγος που πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές μεταφοράς των ποσών αυτών αφού προσκομίσει ο φορολογούμενος τα σχετικά έγγραφα.

Δηλαδή το θέμα που πρέπει να εξετάζεται δεν είναι ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ ανάληψης και κατάθεσης στον ίδιο ή άλλο τραπεζικό λογαριασμό αλλά αν τα αναληφθέντα ποσά υπερκαλύπτουν δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων ή λοιπών δαπανών, έτσι ώστε να μην δικαιολογούνται μεταγενέστερες καταθέσεις ίσου ή άλλου ποσού στον ίδιο ή άλλο λογαριασμό.

Σ’ αυτήν την περίπτωση μπορεί να αποδειχθεί και να τεκμηριωθεί από τον έλεγχο ότι, οι συγκεκριμένες αναλήψεις που έγιναν από τον φορολογούμενο από έναν ή περισσότερους λογαριασμούς δαπανήθηκαν για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων ή λοιπών δαπανών οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί εφικτή η επανακατάθεση των ποσών αυτών σε ίδιους ή άλλους λογαριασμούς.

Επιπλέον ο έλεγχος κρίνει και τεκμηριώνει εάν πρόκειται ή όχι για «πρωτογενείς καταθέσεις», δηλαδή για ποσά που προέρχονται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία και δεν προέρχονται από αναλήψεις από άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς.

Σημειώνεται ότι δεν αντίκειται στη φορολογική νομοθεσία η ανάληψη χρηματικών ποσών και η αποδεδειγμένη επανακατάθεση μέρους ή του συνόλου αυτών και ούτε προβλέπεται χρονικός περιορισμός για την διαδικασία κίνησης χρηματικών κεφαλαίων.