ΔΝΤ

ΔΝΤ: Σε σχέση μίσους και αγάπης φαίνεται πως έχει εξελιχθεί η Ελλάδα για το ΔΝΤ καθώς με μια απίστευτη έκθεση μας βγάζει και… πλούσιους!

Αρκετά πλουσιότερα έγιναν τα ελληνικά νοικοκυριά το 2020, εν μέσω της πανδημίας, χάρη στα μεγάλα ποσά που διέθεσε ο προϋπολογισμός για τη στήριξη της οικονομίας, όπως προκύπτει από νέα ανάλυση του ευρωπαϊκού τμήματος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η οποία στηρίχθηκε σε στοιχεία της Eurostat και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Μάλιστα, η αύξηση πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών ήταν μεταξύ των δέκα μεγαλύτερων στην Ευρώπη, σύμφωνα με το Ταμείο.

Στην ανάλυσή του, με τον τίτλο «Ποιος σήκωσε το βάρος της πανδημίας στην Ευρώπη», το ΔΝΤ τονίζει ότι «το κόστος σε ανθρώπινες ζωές από την πανδημία επιδεινώθηκε από τη βαθύτερη πτώση της οικονομικής δραστηριότητας στη σύγχρονη ιστορία.

Ωστόσο, αυτή η τεράστια μείωση της παραγωγής προκάλεσε απρόσμενα μικρή ζημία στους συγκεντρωτικούς ισολογισμούς των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, καθώς η άνευ προηγουμένου στήριξη με μέτρα πολιτικής μετέφερε τις απώλειες εισοδήματος του ιδιωτικού τομέα στον ισολογισμό του δημόσιου τομέα».

Στην Ελλάδα, υπολογίζεται ότι το συνολικό κόστος των μέτρων στήριξης ξεπέρασε τα 40 δισ. ευρώ και αυτή η μεγάλη «ένεση» ρευστότητας στην οικονομία αποτυπώνεται με σαφή τρόπο στα στοιχεία που παραθέτει το Ταμείο για τα νοικοκυριά και, ειδικότερα, για τον καθαρό χρηματοοοικονομικό πλούτο τους.

Δηλαδή, για την αξία που έχουν τα χρηματοοικονοικά στοιχεία ενεργητικού των νοικοκυριών (τραπεζικές καταθέσεις, μετοχές κ.α.), μετά την αφαίρεση των υποχρεώσεων (δάνεια κ.α.). Σημειώνεται ότι στην περίπτωση της Ελλάδας οι υπολογισμοί αυτοί ενδέχεται να μην αποδίδουν την πλήρη εικόνα, δεδομένου ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι υποχρεώσεις προς το Δημόσιο, που είναι στη χώρα μας πολύ υψηλότερες, ως ποσοστό του ΑΕΠ, από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

Με βάση τους ορισμούς που υιοοθετεί το Ταμείο, τα ελληνικά νοικοκυριά φαίνεται ότι είχαν το 2020 την ένατη μεγαλύτερη αύξηση καθαρών χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού στην Ευρώπη, καθώς αυτά αυξήθηκαν από 88% σε 106% του ΑΕΠ, δηλαδή κατά 18,3%. Αυτό εξηγείται πρωτίστως από τη μεγάλη αύξηση που σημείωσαν αυτή την περίοδο οι τραπεζικές καταθέσεις.

Ειδικότερα, τα στοιχεία ενεργητικού αυξήθηκαν από 150% σε 172% του ΑΕΠ, δηλαδή κατά 22,4%, ενώ οι υποχρεώσεις αυξήθηκαν από 62% σε 66% του ΑΕΠ, δηλαδή κατά 4,1%.

Σημειώνεται ότι υπήρξαν και χώρες (Ολλανδία, Βρετανία), όπου η αύξηση της περιουσίας των νοικοκυριών ξεπέρασε το 30%, ενώ σε πέντε χώρες διαπιστώνονται μονοψήφια ποσοστά αύξησης.

Κοινός παρονομαστής σε όλες τις χώρες όπου καταγράφεται αύξηση πλούτου των νοικοκυριών είναι ότι εφάρμοσαν μεγάλα προγράμματα κρατικής στήριξης της οικονομίας.

Το Ταμείο σημειώνει ότι οι περισσότερες επιχειρήσεις και νοικοκυριά εισήλθαν στην κρίση σε καλή οικονομική κατάσταση, ύστερα από μια διαδικασία απομόχλευσης μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, ενώ το άνευ προηγουμένου επίπεδο στήριξης συνέβαλε σημαντικά στην ανθεκτικότητα των ισολογισμών του ιδιωτικού τομέα και επέτρεψε να αποφευχθεί μια επιδείνωση της ποιότητας του ενεργητικού των ευρωπαϊκών τραπεζών (δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων).

Οι ζημίες του ιδιωτικού τομέα μεταφέρθηκαν σε μεγάλο βαθμό στον δημόσιο τομέα, τονίζει το Ταμείο, καθώς οι κυβερνήσεις αύξησαν τον δανεισμό τους για να χρηματοδοτήσουν μια σειρά προγραμμάτων στήριξης.

Στην πραγματικότητα, τονίζει, ορισμένες από τις πιο σημαντικές ουλές που αφήνει η πανδημία έχουν τη μορφή αυξημένων δεικτών δημόσιου χρέους.

Παράλληλα, οι κεντρικές τράπεζες επέκτειναν τους ισολογισμούς τους, απορροφώντας τελικά μεγάλο μέρος αυτού του νέου δημόσιου χρέους και υποστηρίζοντας τη συνεχή παροχή τραπεζικών πιστώσεων.

Η απάντηση που έδωσαν οι αρχές στην κρίση ήταν σωστή επιλογή, τονίζει το Ταμείο, για να διατηρηθεί η παραγωγική ικανότητα του ιδιωτικού τομέα ενόψει ενός άνευ προηγουμένου εξωγενούς σοκ.

Τα κέρδη αυτά, αναφέρει, πρέπει να διατηρηθούν στην επόμενη φάση της ανάκαμψης, καθώς η πανδημία δεν έχει ακόμη τελειώσει.

Οι κίνδυνοι για την οικονομική δραστηριότητα και συνεπώς για τους ισολογισμούς του ιδιωτικού τομέα παραμένουν ενεργοί εφόσον η πανδημία δεν ελέγχεται πλήρως.

Ως εκ τούτου, εξακολουθεί να απαιτείται για κάποιο χρονικό διάστημα συνεχής στήριξη για την πρόληψη της επιδείνωσης των ισολογισμών του ιδιωτικού τομέα.

ΔΝΤ: «Βλέπει» ραγδαία ανάπτυξη για την Ελλάδα

Την ίδια ώρα, ρυθμό ανάπτυξης 3,3% για φέτος και 5,4% για το 2022 προβλέπει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην Έκθεσή του για την ελληνική οικονομία στο πλαίσιο του τακτικού ελέγχου που διενεργεί σε όλες τις χώρες μέλη (άρθρο ΙV).

Το ΔΝΤ διαπιστώνει ότι παρά την πανδημία οι μεταρρυθμίσεις συνεχίστηκαν σε αρκετούς τομείς, αν και με βραδύτερο ρυθμό σε σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν.

Χαρακτηρίζει την αντίδραση της κυβέρνησης στην πανδημία έγκαιρη και αποτελεσματική, με αποτέλεσμα παρόλο που η ανάκαμψη της δεν είχε ολοκληρωθεί, η οικονομία να εμφανίσει αξιοσημείωτη αντοχή.

Σημειώνεται ότι τον Απρίλιο το ΔΝΤ στην Έκθεση του (World Economic Outlook) προέβλεπε ότι φέτος η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί με ρυθμό 3,8% μετά από την μείωση του ΑΕΠ κατά 8,2% το 2020. Αναγνωρίζει ωστόσο ότι η ελληνική κυβέρνηση εφάρμοσε ένα από τα μεγαλύτερα δημοσιονομικά προγράμματα στην ΕΕ για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας και την ανακούφιση επιχειρήσεων και εργαζομένων που έχουν πληγεί από αυτήν.

Για το Δημόσιο Χρέος το ΔΝΤ εκτιμά ότι μεσοπρόθεσμα θα μειώνεται, αφού φθάσει στο ανώτατο σημείο του το 2021, με αποτέλεσμα το κόστος εξυπηρέτησής του (χρηματοδοτικές ανάγκες) να παραμένουν διαχωρίσιμες.

Επομένως για το ΔΝΤ το Δημόσιο Χρέος παραμένει βιώσιμο σε μεσοπρόθεσμη βάση.

Ωστόσο οι μεγάλες αβεβαιότητες που επικρατούν δεν επιτρέπουν στο Ταμείο να αποφανθεί για την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του. Όσον αφορά στη δημοσιονομική επίπτωση των μέτρων που εφαρμόζει η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της κρίσης, το ΔΝΤ προβλέπει για φέτος ότι το πρωτογενές έλλειμμα του Προϋπολογισμού θα φθάσει το 7,2% του ΑΕΠ.

Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η χώρα με τη βοήθεια των πόρων που θα εισρεύσουν από το Ταμείο Ανάκαμψης θα εισέλθει σε έναν ενάρετο κύκλο.

Η μεγέθυνση της οικονομίας, σε συνδυασμό με την αύξηση της πιστωτικής επέκτασης και τη μείωση της φορολογίας μαζί με την αναβάθμιση τής πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας σε investment grade θα συμβάλλουν μεταξύ άλλων στην περαιτέρω μείωση των κόκκινων δανείων και τη βελτίωση της βιωσιμότητας του Δημοσίου Χρέους.

Όπως επισημαίνει το ΔΝΤ η κυβέρνηση θα πρέπει να χρησιμοποιήσει του πρόσθετου πόρους που θα εισρεύσουν από το Ταμείο Ανάκαμψης προκειμένου να εδραιώσει ένα διατηρήσιμο μίγμα δημοσιονομικής πολιτικής.

Οι μειώσεις του συντελεστή φόρου εισοδήματος εταιρειών και των προκαταβολών φόρου αποτελούν μέτρα στη σωστή κατεύθυνση, καθώς ενισχύουν τα επενδυτικά κίνητρα και διατηρούν σταθερή ρευστότητα.

Ωστόσο, όπως αναφέρει το ΔΝΤ, θα πρέπει να δοθεί έμφαση στη βελτίωση του μίγματος των δαπανών που περιλαμβάνονται στον Προϋπολογισμό. Βραχυπρόθεσμα, αυτό συνεπάγεται την αντιμετώπιση των κενών που υπάρχουν στο σύστημα του Εγγυημένου Ελάχιστου Εισοδήματος, ενώ η στήριξη θα πρέπει να στραφεί από τη διατήρηση θέσεων εργασίας σε στοχευμένη στήριξη εισοδήματος και επανένταξης των εργαζομένων.

Για τις εξελίξεις στο τραπεζικό τομέα, το ΔΝΤ καλωσορίζει την επέκταση του προγράμματος κρατικών εγγυήσεων “Ηρακλής 2” για την περαιτέρω μείωση των κόκκινων δανείων.

Ενθαρρύνει ωστόσο την κυβέρνηση να εξετάσει συμπληρωματικά μέτρα, όπως την πρόταση της Τραπέζης της Ελλάδος για τη δημιουργία κακής τράπεζας (asset management company). Και τούτο διότι όπως υποστηρίζει στην περίπτωση που εμφανιστούν διαχειριστικές δυσκολίες, οι οποίες συνδέονται κατά κύριο λόγο με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών, το υψηλό ποσοστό αναβαλλόμενης φορολογίας στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών, θα κλονίσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών.