Επενδύσεις

Επενδύσεις: Δέκα μυστικά για να καλλιεργήσετε το… χαβιάρι της γης, την τρούφα. Απίστευτα κέρδη και χωρίς κόστος παραγωγής. Δείτε στο xristika.gr όλες τις λεπτομέρειες.

Επένδυση με πολύ μικρό αρχικό κεφάλαιο, χωρίς πάγια έξοδα και με ελκυστικές αποδόσεις αποτελεί η καλλιέργεια της τρούφας. Εως και 900 ευρώ το κιλό φτάνει η τιμή παραγωγού

Η τρούφα, το… χαβιάρι της γης, αξιοποιώντας άγονες εκτάσεις και απαιτώντας ελάχιστες ποσότητες νερού, παρέχει μια εναλλακτική ευκαιρία αξιοποίησης των ορεινών αγρών που εγκαταλείπονται με αυξανόμενο ρυθμό.

Είναι μια επιχείρηση που υλοποιείται με πολύ μικρό αρχικό κεφάλαιο, δεν έχει πάγια έξοδα και μπορεί να εξασφαλίσει ελκυστικό εισόδημα. Πρόκειται για ένα προϊόν χωρίς καλλιεργητικές απαιτήσεις και με ελάχιστο κόστος, η αξία του οποίου ανταγωνίζεται το χαβιάρι, αφού η τιμή παραγωγού φθάνει έως και 900 ευρώ το κιλό.

Οι «Επαγγελματικές Ευκαιρίες» αποκαλύπτουν τα δέκα μικρά μυστικά για την καλλιέργεια της τρούφας:

– Συνιστάται η καλλιέργεια τρούφας όχι σε έκταση μικρότερη των 4 στρεμμάτων, ειδικά όταν συνορεύει και στις 4 πλευρές της με δασική έκταση. Για να είναι ασφαλής ο μύκητάς μας θα πρέπει να φυτέψουμε τα δέντρα τρούφας σε απόσταση 10-12 μέτρων μακριά από τα γύρω δέντρα. Αυτή η προϋπόθεση μειώνει σημαντικά την έκταση του ωφέλιμου χώρου του χωραφιού, αφού από τα 4 στρέμματα αξιοποιείται περί το 1,8 στρέμμα. Στο ριζικό σύστημα των άγριων δέντρων υπάρχουν μύκητες που δρουν ανταγωνιστικά προς τον μύκητα της τρούφας. Χρειάζεται να υπάρχει ασφαλής απόσταση, έτσι ώστε να προστατεύεται ο μύκητας της τρούφας.

– Η αναμενόμενη απόδοση της καλοκαιρινής μαύρης τρούφας είναι 5-15 κιλά ανά στρέμμα, με την τιμή παραγωγού να ανέρχεται σε 250 ευρώ το κιλό, ενώ της χειμερινής μαύρης τρούφας είναι 2-10 κιλά ανά στρέμμα, με την τιμή παραγωγού να φθάνει έως και 900 ευρώ το κιλό (δηλαδή απόδοση από 1.250 ως 9.000 ευρώ το στρέμμα). Αυτό που θα πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα είναι ότι τα έσοδα από μια καλλιέργεια τρούφας είναι καθαρά λεφτά, αφού τα έξοδα για την παραγωγή της είναι αμελητέα. Είναι δηλαδή μια επιχείρηση χωρίς ετήσια πάγια έξοδα, αλλά με σημαντικά έσοδα.
– Η αγορά των φυτών κοστίζει περίπου 750 ευρώ ανά στρέμμα (40 φυτά/στρέμμα Χ 18,7 ευρώ/φυτό = 748 ευρώ ανά στρέμμα).

– Η τιμή της στις αγορές παραμένει σταθερά ανοδική τις τελευταίες δεκαετίες. Η οικονομική κρίση δεν φαίνεται να επηρεάζει τη διάθεσή της, αφού η τρούφα απευθύνεται στα πολύ υψηλά οικονομικά εισοδήματα, που είχαν και θα συνεχίσουν να έχουν οικονομική ευρωστία.

– Δεν είναι υδροβόρα, μια και απαιτεί το ελάχιστο νερό που θα χρειαζόταν οποιαδήποτε καλλιέργεια (σκεφθείτε τι απαιτήσεις σε νερό έχει ένα πουρνάρι: μηδαμινές).

– Δεν χρειάζεται λιπάσματα (καμία επιβάρυνση του υδροφόρου ορίζοντα από νιτρικά).

– Απαγορεύεται η χρήση φυτοφαρμάκων και μυκητοκτόνων, αφού αυτό που στην ουσία καλλιεργούμε είναι ένας μύκητας.

– Η τρούφα είναι ένα μανιτάρι που μεγαλώνει κάτω από το έδαφος (5-30 cm), συμβιώνοντας με το ριζικό σύστημα ορισμένων δέντρων (αριά, πουρνάρι, βελανιδιά, ρουπάκι, οστρυά, πεύκο, γαύρο κ.λπ.). Δέντρα δηλαδή της άγριας χλωρίδας της χώρας μας, αλλά και της μεσογειακής λεκάνης γενικότερα, μια και τα είδη αυτά των δένδρων είναι κοινά σε Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα κ.α.

– Η εγκατάσταση των φυτών τρούφας στο χωράφι μπορεί να γίνει είτε τον Μάρτιο είτε τον Νοέμβριο.

– Για μια έκταση 8-10 στρεμμάτων χρειάζονται δείγματα χώματος από 4 διαφορετικά σημεία. Τα δείγματα λαμβάνονται από βάθος 30-35 εκατοστών περίπου. Αυτό συμβαίνει για να υπάρξει μια αρχική εικόνα του χώματος του χωραφιού. Εφόσον τα αρχικά δείγματα είναι ικανοποιητικά, ακολουθεί περαιτέρω έλεγχος.

Οπως επισημαίνουν στις «Επαγγελματικές Ευκαιρίες» η Κατερίνα Γιατρά και ο Χρήστος Χρυσόπουλος, καλλιεργητές τρούφας, αντί να φυτέψει κάποιος σε ένα αγρόκτημα ελιές ή αμυγδαλιές, φυτεύονται δασικά δέντρα. Διάφορα είδη βελανιδιάς, πεύκα, φλαμουριές, κουκουναριές κ.ά. Δημιουργείται, δηλαδή, ένα μικρό δασάκι με άγρια δέντρα, στο ριζικό σύστημα των οποίων όμως -πριν φυτευτούν- έχει εγκατασταθεί εργαστηριακά ο μύκητας της τρούφας. Τα δύο επόμενα καλοκαίρια μετά τη φύτευση αυτά τα δέντρα θα χρειαστούν λίγο πότισμα για να «πιάσουν».

Επενδύσεις: Αυτή η καλλιέργεια δίνει έως και 9.000 ευρώ το στρέμμα

Για αυτή την καλλιέργεια δεν απαιτείται μεγάλη αρχική επένδυση για να ξεκινήσεις. Δείτε στο xristika.gr ποιο είναι το χρυσοφόρο δέντρο.

Κερδίζει διαρκώς έδαφος η καλλιέργεια της παουλόβνιας, που θεωρείται μία από τις πλέον προσοδοφόρες εναλλακτικές δραστηριότητες στον πρωτογενή τομέα και έχει να κάνει με την παραγωγή ενός πανάκριβου ξύλου το οποίο αναπτύσσεται με μεγάλη ταχύτητα.

Η ακαθάριστη πρόσοδος από την ξυλεία της παουλόβνιας είναι από 3.200 ευρώ έως και 12.000 ευρώ ανά έτος και στρέμμα, ανάλογα με την ποιότητα του ξύλου, χωρίς να υπολογίσουμε τα έσοδα από την πώληση των καυσόξυλων.

Η παουλόβνια είναι ένα δένδρο φυλλοβόλο που χρειάζεται ελάχιστη φροντίδα, ενώ δεν απαιτείται μεγάλη αρχική επένδυση για την εγκατάστασή της.

Τα φυτά της παουλόβνιας πρέπει να καλλιεργούνται σε εδάφη που είναι βαθιά, ώστε να αναπτύξουν το πλούσιο ριζικό τους σύστημα, να έχουν καλή στράγγιση και να μη κατακλύζονται από τα νερά.

Ο υπόγειος ορίζοντας του νερού του εδάφους πρέπει να ευρίσκεται τουλάχιστον 60-70 cm κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Τα εδάφη που έχουν μία ελαφρά κλίση είναι κατάλληλα. Η παουλόβνια καλλιεργείται για το ξύλο της, το οποίο στο διεθνές εμπόριο έχει την ονομασία «ΚΙΡΙ».

Το ξύλο της παουλόβνιας έχει εξαιρετικές ιδιότητες, όπως:

η ελαφρότητα του ξύλου αν λάβουμε υπόψη μας ότι οι χίλιες σανίδες της ζυγίζουν 630 κιλά, ενώ της βελανιδιάς 1.600 και για αυτό είναι εξαιρετικό για την οικοδομική στην κατασκευή στεγών, δοκαριών κ.λπ.

η ανθεκτικότητά του είναι τέτοια, ώστε ανέχεται το κάρφωμα και δεν σχίζεται κατά την επεξεργασία, ενώ μπορεί να βαφεί χωρίς προβλήματα

η ελαφρότητά του λόγω του χαμηλού ειδικού βάρους που έχει

η σταθερότητα της κατεργασίας του

η εύκολη αποξήρανσή του

η χαμηλή του θερμική αγωγιμότητα το καθιστούν κατάλληλο για μονώσεις σε ψυγεία, κυψέλες κ.λπ. Στην Ιαπωνία και την Κίνα χρησιμοποιείται για κατασκευή μουσικών οργάνων

δεν σαπίζει εύκολα

χρησιμοποιείται στην παραγωγή εκλεκτής ποιότητας κόντρα πλακέ

χρησιμοποιείται στην παραγωγή ξυλοκάρβουνου.

Αυτό, ωστόσο, που πρέπει να γνωρίζουν οι καλλιεργητές είναι πως θα πάρουν προϊόν -θα ξηλεύσουν δηλαδή τα δέντρα- στη δεκαετία, συνεπώς η παυλώνια χρειάζεται υποµονή και επιµονή.

«Από τεχνοοικονοµικές µελέτες του Ινστιτούτου ∆ασικών Ερευνών προκύπτει ότι στη δεκαετία ένα δέντρο παυλώνιας, σε καλές εδαφοκλιµατικές συνθήκες και µε σωστή καλλιέργεια και φροντίδα, µπορεί να παράγει ένα κυβικό µέτρο τεχνικής ξυλείας, που σηµαίνει 150 ευρώ ελάχιστο εγγυηµένο εισόδηµα ανά δέντρο» λέει στον «Αγρότη» ο τακτικός ερευνητής του Ι∆Ε, Κώστας Σπανός.

Αν µάλιστα υπολογίσει κανείς ότι στο ένα στρέµµα φυτεύονται έως και 60 δέντρα, τα έσοδα στο στρέµµα φτάνουν στη δεκαετία στα 9.000€ και σε µια έκταση 10 στρεµµάτων στα 90.000€.

Ο Αγγελος Γραµµάτης καλλιεργεί 20 στρέµµατα µε παυλώνια στην Προσοτσάνη ∆ράµας.

Εβαλε τα δέντρα πριν από 2,5 χρόνια και περιµένει, ωστόσο ενηµερώνεται συνεχώς για τα πάντα γύρω από αυτό το είδος και ήδη έχουν έρθει σε επαφή µαζί του εκπρόσωποι από εταιρεία κατασκευής πλοίων από την Αγγλία αλλά και επιχειρηµατίες από την Αυστρία.

«Στην Ελλάδα κανείς δεν έχει πάρει παραγωγή ακόµη. Εκτιµώ ότι υπάρχουν περίπου 50 καλλιεργητές σε όλη τη χώρα και όχι περισσότερα από 700 στρέµµατα» µας λέει ο Α. Γραµµάτης, ενώ εξηγεί ότι υπάρχουν πολλά και διαφορετικά είδη παυλώνιας και πως το είδος της Ιαπωνίας δεν έχει καµία σχέση µε τις τέσσερις ποικιλίες που αναπτύσσονται εδώ.

«Πρέπει να έχουµε υποµονή και να µελετούµε καλά το συγκεκριµένο είδος. Γράφονται υπερβολές σχετικά µε τις αποδόσεις του, µένει να δούµε πώς θα πάει. Αλλά αυτή η συζήτηση θα γίνει στο µέλλον».

Η παυλώνια έχει ευρεία χρήση. Από τον κορµό έως τα φύλλα και τα ευωδιαστά άνθη, το δέντρο προσφέρεται για πολλές χρήσεις. Το ξύλο της είναι συµπαγές, χωρίς ρόζους και χρησιµοποιείται στη ναυπηγική, την αεροναυπηγική, την κατασκευή ιστιοσανίδων, τροχόσπιτων κ.ά.

Είναι δύο φορές πιο ανθεκτικό στη φωτιά και είναι χαρακτηριστικό πως αναφλέγεται σε δύο φορές πιο υψηλή θερµοκρασία (400ºC) από το ξύλο πεύκου.

Επενδύσεις: Φεβρουάριο και Μάρτιο η φύτευση της παυλώνιας

Οι ειδικοί συνιστούν στους καλλιεργητές να φυτεύουν την παυλώνια στο τέλος του χειµώνα, δηλαδή Φεβρουάριο µε Μάρτιο, ενώ µπορούν να προµηθευτούν πιστοποιηµένο γενετικό υλικό (σπόρο, ριζοµοσχεύµατα, φυτά) από το Ινστιτούτου ∆ασικών Ερευνών.

Πριν πάρουν την απόφαση για φύτευση είναι καλό να έχει γίνει εδαφολογική ανάλυση και ένα βαθύ όργωµα.

Στη διάρκεια της καλλιέργειας θα γίνονται όλες οι απαραίτητες εργασίες, όπως κοπή του κύριου βλαστού σύρριζα στο έδαφος, αποµάκρυνση των µασχαλιαίων κλαδιών, καταστροφή των χόρτων, άρδευση, λίπανση, καταπολέµηση τυχόν εντόµων.

Στο τέλος της δεκαετίας οι καλλιεργητές θα πάρουν καθαρό κορµόξυλο µήκους 6-8 µέτρων, διαµέτρου κορµού 30-40 εκατ. και όγκου 0,5-1 κ.µ. για κάθε δέντρο. Το µέγιστο ύψος του δέντρου µπορεί να φτάσει έως και τα 20 µέτρα, µε διάµετρο 60-120 εκατ.

Οι υποψήφιοι καλλιεργητές, ωστόσο, πρέπει να έχουν υποµονή και να µην παρασύρονται από τιµές που αναγράφονται, γιατί ποτέ δεν θα τις πάρουν.

Τα δισεκατοµµύρια πόροι αέρα καθιστούν την παυλώνια εξαιρετικά καλό θερµοµονωτικό και ηχοµονωτικό υλικό, γι’ αυτό και χρησιµοποιείται στις σάουνες, στα λυόµενα σπίτια, στις επιστρώσεις πατωµάτων, στους τοίχους.

Επενδύσεις: Και τροφή για ζώα η παυλώνια

Τα φύλλα του δέντρου αποτελούν τροφή για ζώα, καθώς έχουν θρεπτική αξία όπως το τριφύλλι. Περιέχουν 20% πρωτεΐνες, είναι πλούσια σε πολύτιµα χηµικά στοιχεία και η ευπεψία τους φτάνει στο 60%.

Στην Κίνα τα φύλλα της παυλώνιας βρίσκουν εφαρµογή στη φαρµακευτική για την αντιµετώπιση παθήσεων που σχετίζονται µε το πάγκρεας, τη βρογχίτιδα κ.ά., ενώ τα άνθη της τραβούν τις µέλισσες και αυτό συνεισφέρει στην ανάπτυξη της µελισσοκοµίας.

Επιπλέον, τα άνθη χρησιµοποιούνται σε τσάι, σε σιρόπια, αλλά και για την παραγωγή αρωµάτων και καλλυντικών.

Όσο για τα υπολείµµατα της παυλώνιας (κλαδιά, κορυφές), µπορούν να γίνουν πέλετ ή κοµπόστα.

Επενδύσεις: Αυτό το ελληνικό προϊόν είναι περιζήτητο στο εξωτερικό

Την ευκαιρία να επεκταθεί και σε νέες αγορές έχει το ελληνικό ακτινίδιο καθώς υπάρχει έντονο ενδιαφέρον από χώρες στις οποίες δεν έχει αυτή τη στιγμή παρουσία. Εξάλλου η Ελλάδα, βρίσκεται ανάμεσα στις 5 κορυφαίες χώρες παγκοσμίως στην παραγωγή ακτινιδίων μετά τις Κίνα, Νέα Ζηλανδία, Ιταλία και Ιράν ενώ βρίσκεται στην 3η θέση παγκοσμίως μετά την Ιταλία και τη Νέα Ζηλανδία, στις εξαγωγές ακτινιδίων.

Το 2020 μάλιστα, η χώρα μας έκανε ρεκόρ όλων των εποχών στις εξαγωγές ακτινιδίων με 176.000 χιλ. τόνους, σε μία περίοδο που οι καταναλωτές σε όλο τον κόσμο, επέλεγαν τροφές πλούσιες σε βιταμίνη C, λόγω της πανδημίας.

Η νέα αγορά στην οποία επεκτάθηκε πρόσφατα το ελληνικό ακτινίδιο είναι αυτή της Νότιας Κορέας καθώς μέσα στον Μάρτιο αναμένεται για πρώτη φορά να βρεθεί στα ράφια 20 καταστημάτων αλυσίδας σούπερ μάρκετ.

Όπως επισημαίνει στο insider.gr o Γιώργος Πολυχρονάκης, Ειδικός Σύμβουλος, εκπρόσωπος του Συνδέσμου Ελληνικών Επιχειρήσεων Εξαγωγής, Διακίνησης Φρούτων Λαχανικών και Χυμών INCOFRUIT-HELLAS, «αναμφισβήτητα πρόκειται για μία θετική εξέλιξη ωστόσο, το πρόβλημα όσον αφορά στο πρωτόκολλο το οποίο έχει υπογραφεί μεταξύ των δύο χωρών είναι ότι προβλέπεται να γίνεται ο έλεγχος των προϊόντων που εξάγονται, από Νοτιοκορεάτες εμπειρογνώμονες πριν από την φόρτωση των προϊόντων.

Ο έλεγχος αυτός θα μπορούσε να γίνεται μετά την παραλαβή των προϊόντων, καθώς με τον τρόπο που συμβαίνει δημιουργείται ένα έμμεσο εμπόδιο για τις συγκεκριμένες εξαγωγές» τονίζει.

Ο ίδιος σημειώνει ότι υπάρχει έντονο ενδιαφέρον για εξαγωγές ελληνικών ακτινιδίων από χώρες, όπως το Βιετνάμ, η Ιαπωνία, η Βραζιλία και η Ταϊβάν ενώ υπογραμμίζει πως θα πρέπει άμεσα να επιταχυνθεί η διαδικασία που αφορά στα υγειονομικά πρωτόκολλα μεταξύ της Ελλάδας και των συγκεκριμένων χωρών, ώστε να συνεχιστεί το περαιτέρω άνοιγμα του συγκεκριμένου προϊόντος σε νέες αγορές.

Αυτή τη στιγμή, σύμφωνα με τον κ. Πολυχρονάκη, όσον αφορά στις εξαγωγές το 60% της παραγωγής ετησίως εξάγεται κυρίως σε ευρωπαϊκές αγορές, όπως Ισπανία, Ιταλία, Γερμανία, Πολωνία, Ρουμανία, Ολλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο και Τσεχία, ενώ από τις τρίτες χώρες ανοδικά κινούνται οι εξαγωγές στην Κίνα, Ινδία, ΗΠΑ, Καναδά, Ουκρανία, Τουρκία και Αίγυπτο.