Άλλαξαν όλα στις απολύσεις: Δείτε πόση αποζημίωση δικαιούστε πλέον

Απόλυση: Νέος οδηγός για τους εργαζόμενους. Τα «μυστικά» που πρέπει να ξέρετε. Πότε η απόλυση θεωρείται άκυρη και καταχρηστική; Όλες οι λεπτομέρειες στο xristika.gr.

Ένα νέο οδηγό με πληροφορίες για το πότε μια απόλυση θεωρείται άκυρη και καταχρηστική δημοσίευσε το Κέντρο Πληροφόρησης Εργαζομένων και Ανέργων – Γενική Ομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΚΕΠΕΑ – ΓΣΕΕ).

Με βάση τις σχετικές διατάξεις για την καταγγελία συμβάσεως και την πλούσια νομολογία, όπως έχει διαμορφωθεί ενδεικτικά αναφέρει τις παρακάτω περιπτώσεις ακυρότητας της απόλυσης:

α. Μη καταβολή της αποζημίωσης

Μη καταβολή της αποζημίωσης μαζί με έγγραφο της απόλυσης: Σε περίπτωση παράλειψης καταβολής αποζημίωσης έστω και μίας (1) δόσης επέρχεται ακυρότητα της απόλυσης.

β. Καταχρηστική απόλυση

Όταν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ασκείται καταχρηστικά, όταν δηλαδή υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Πολλές περιπτώσεις απόλυσης έχουν κριθεί από τα Δικαστήρια σαν καταχρηστικές.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα:

Απόλυση που γίνεται για την ικανοποίηση από τον εργοδότη αισθήματος εκδίκησης προς τον εργαζόμενο που είναι άσχετο με την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας.

Καταχρηστικές είναι και οι απολύσεις που γίνονται λόγω νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης του εργαζόμενου, ή λόγω δικαστικής διεκδίκησης των αξιώσεών του, ή λόγω αρνήσεώς του να δεχθεί παράνομη απαίτηση του εργοδότη, ή για πολιτικούς λόγους κλπ.

Καταχρηστική έχει κριθεί επίσης η προσφυγή από τον εργοδότη στο δυσμενέστερο για τον εργαζόμενο μέσο, την απόλυση, για πειθαρχική παράβαση ενώ ήταν δυνατόν να αντιμετωπισθεί με ηπιότερα μέτρα, όπως με τις προβλεπόμενες από τον Κανονισμό της επιχείρησης ποινές.

Γενικά καταχρηστική είναι κάθε απόλυση που δεν δικαιολογείται από το καλώς εννοούμενο συμφέρον του εργοδότη ή από άλλες αντισυμβατικές ενέργειες του εργαζόμενου, από τις οποίες επηρεάζεται ο κανονικός ρυθμός της εργασίας.

γ. Απόλυση αντίθετη με απαγορευτικές διατάξεις

Σε ορισμένες περιπτώσεις η νομοθεσία απαγορεύει ρητά την απόλυση. Τέτοιες περιπτώσεις είναι κυρίως οι εξής:

Συνδικαλιστικά στελέχη: Απαγορεύεται η απόλυση των συνδικαλιστικών στελεχών χωρίς απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής.

Έγκυες εργαζόμενες:

1. Η παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 1483/1984 (Α΄ 153) αντικαθίσταται ως εξής: «1.

Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εργαζόμενης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της όσο και για το χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία.

Η προστασία από την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ισχύει τόσο έναντι του εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται, χωρίς να έχει προηγουμένως απασχοληθεί αλλού, πριν συμπληρώσει δεκαοκτώ (18) μήνες από τον τοκετό ή το μεγαλύτερο χρόνο που προβλέπεται στην παρούσα, όσο και έναντι του νέου εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται και μέχρι τη συμπλήρωση των ανωτέρω χρόνων.

Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης στην εργασία της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη.» άρθρο 36, Ν.3996/2011

Αντίστοιχη προστασία προβλέφθηκε και για τον πατέρα εργαζόμενο, δυνάμει του άρθρου 48 του Ν. 4808/2021, σύμφωνα με το οποίο η καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εργαζόμενου πατέρα από τον εργοδότη για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών από τον τοκετό απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία.

Αδειούχοι εργαζόμενοι: Είναι άκυρη η απόλυση εργαζομένου που έγινε κατά την διάρκεια της ετήσιας άδειας αναπαύσεως που του χορηγήθηκε.

Στρατευμένοι μισθωτοί:

Δεν αποτελεί λόγο λύσης σύμβασης εργασίας, η στράτευσή τους. Υπάρχουν προστατευτικές διατάξεις γι’ αυτούς που στρατεύονται ή αποστρατεύονται και δεν επιτρέπεται να απολυθούν, ακόμα και για ένα χρόνο μετά την αποστράτευσή τους.

Η κύρωση για το μη σεβασμό των διατάξεων, είναι η ειδική πρόσθετη αποζημίωση, ίση με μισθούς 6 μηνών επιπλέον της αποζημίωσης για την απόλυση.

Οι προσληφθέντες αναγκαστικά με τις διατάξεις για ην προστασία ατόμων με ειδικές ανάγκες, πολυτέκνων, πολεμιστών, αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης κλπ, δεν επιτρέπεται να απολυθούν χωρίς απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής

Ενέργειες Εργαζόμενου σε περίπτωση Άκυρης Απόλυσης: Ο εργαζόμενος που απολύεται από την εργασία του με άκυρη καταγγελία μπορεί να προσφύγει στα Δικαστήρια και να ζητήσει να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να του καταβληθούν οι μισθοί υπερημερίας από τον εργοδότη που δεν αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του.

Απόλυση: Ποιες είναι οι προθεσμίες

Η σχετική αγωγή πρέπει να γίνει μέσα σε διάστημα 3 μηνών από την κοινοποίηση του εγγράφου της απόλυσης, αλλιώς το δικαίωμα παραγράφεται και η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Αν η ακυρότητα της απόλυσης οφείλεται στη μη κοινοποίηση εγγράφου, η 3μηνη προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που ο εργοδότης σταμάτησε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου. Πάντως, η με επιφύλαξη είσπραξη της αποζημίωσης δεν αποτελεί παραίτηση του εργαζόμενου από το δικαίωμα ακυρότητας της απόλυσης ή της επιδίωξης μεγαλύτερης αποζημίωσης.

Απόλυση: Διακοπές… με το κιάλι για το 44% των εργαζόμενων – Σύγκριση με άλλες χώρες

Η Ελλάδα κατέχει ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά εργαζομένων που δεν μπορούν να κάνουν διακοπές μιας εβδομάδας, σύμφωνα με έρευνα του Ευρωπαϊκού Συνδικαλιστικού Ινστιτούτου, που φέρνει στη δημοσιότητα η ΓΣΕΕ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας που  κοινοποίησε η Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, περισσότεροι από 38 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρώπη δεν αντέχουν οικονομικά να πάνε διακοπές για μια εβδομάδα, παρά το ότι εργάζονται.

Η κρίση του κόστους ζωής προσθέτει πίεση στους εργαζόμενους και οι διακοπές γίνονται ακόμη πιο απρόσιτες. Το ποσοστό του πληθυσμού που δεν είχε την οικονομική δυνατότητα για διακοπές έχει αυξηθεί σε περισσότερα από τα μισά κράτη-μέλη της ΕΕ από το 2019 ενώ ακόμη και το ποσοστό των εργαζομένων που δεν είχε αυτή την οικονομική δυνατότητα έχει αυξηθεί σε 11 χώρες.

Η Ρουμανία, η Ελλάδα και η Λιθουανία έχουν το μεγαλύτερο ποσοστό εργαζομένων που δεν μπορούν να φύγουν διακοπές για μια εβδομάδα. Η Ιταλία (8 εκατομμύρια), η Ισπανία (4,6 εκατομμύρια) και η Γαλλία (4,1 εκατομμύρια) έχουν τον μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων που χάνουν τις διακοπές.

Αυτό συμπίπτει με την αύξηση του ποσοστού των κερδών των ευρωπαϊκών εταιρειών, που σημαίνει ότι τα στελέχη και οι μέτοχοι συσσώρευσαν περισσότερα χρήματα οι ίδιοι εις βάρος των εργαζομένων.

Χώρες όπου το ποσοστό των εργαζομένων που δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν οικονομικά στις διακοπές αυξάνεται:

Τα στοιχεία βασίζονται σε ανάλυση του Ευρωπαϊκού Συνδικαλιστικού Ινστιτούτου επάνω στα «μικροδεδομένα» της Eurostat, τα οποία δεν είναι δημοσίως διαθέσιμα.

Ο συνολικός αριθμός των εργαζομένων που δεν αντέχουν οικονομικά να πάνε διακοπές υπολογίστηκε από το ΕΣΙ με βάση τα ποσοστά που παρέχει η Eurostat.

Απόλυση: Αναγκαίες οι αυξήσεις των μισθών

Η «φτώχεια των διακοπών» είναι πολύ πιθανό να επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο ως αποτέλεσμα της κρίσης του κόστους ζωής και του πληθωρισμού, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για τους εργαζόμενους σε όλη την Ευρώπη να λάβουν μια αξιοπρεπή αύξηση μισθών αυτό το καλοκαίρι.

Η ΣΕΣ ζητά επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης που βρίσκονται οι μισθοί στην Ευρώπη.

Η Ε.Ε. και οι εθνικές κυβερνήσεις πρέπει επίσης να στηρίξουν τους εργαζόμενους με μέτρα που θα αμβλύνουν την κρίση των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων και θα παράσχουν εισοδηματική στήριξη.

Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, η Αναπληρώτρια Γενική Γραμματέας της ΣΕΣ Esther Lynch δήλωσε ότι:

«Αυτό το καλοκαίρι η διαβίωση σίγουρα δεν είναι εύκολη για εκατομμύρια εργαζόμενους που δεν αντέχουν οικονομικά να κάνουν ένα διάλειμμα με τις οικογένειές τους παρά τη σκληρή δουλειά τους σε εβδομαδιαία βάση.

Οι διακοπές δεν πρέπει να είναι πολυτέλεια. Οι διακοπές είναι σημαντικό μέρος της διασφάλισης της υγείας και της ευημερίας των εργαζομένων αλλά φαίνονται πολύ μακρινές για πολλούς που αγωνίζονται απλώς να έχουν φαγητό στο τραπέζι τους και να πληρώσουν το ενοίκιο εν μέσω της κρίσης του κόστους ζωής.

Στον αντίποδα βρίσκονται τα αφεντικά που χρησιμοποίησαν την πανδημία για να κερδίσουν ακόμη περισσότερα από τα κέρδη που παράγονται από το εργατικό δυναμικό τους.

Η αυξανόμενη “ανισότητα των διακοπών” δείχνει ότι η ευρωπαϊκή οικονομία δεν λειτουργεί για τους εργαζόμενους.

Η Ε.Ε. και οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν ευθύνη να προστατεύσουν και να ενισχύσουν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις ως το καλύτερο μέσο για να διασφαλιστεί ότι οι εργαζόμενοι λαμβάνουν το μερίδιο που τους αναλογεί και έχουν την οικονομική δυνατότητα να απολαμβάνουν τη ζωή αντί απλώς να επιβιώνουν.

Χωρίς μια δίκαιη αύξηση μισθών, οι εργοδότες και οι πολιτικοί θα δουν ότι επιστρέφοντας από τις δικές τους καλοκαιρινές διακοπές θα αντιμετωπίσουν ένα φθινόπωρο οργής που θα ακολουθηθεί από έναν χειμώνα δυσαρέσκειας».